ΚΥΡΙΑΚΗ ΙΑ΄ ΜΑΤΘΑΙΟΥ : Κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο Κεφ.  18, χωρία 23 έως 35
Του Αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου


Αποσπάσματα από την ομιλία στην παραβολή σχετικά με εκείνον που όφειλε τα μύρια τάλαντα και απαιτούσε τα εκατό δηνάρια
 […] Όπως στην περίπτωση της κιθάρας δεν αρκεί μόνον μια χορδή για να προκληθεί μελωδία, αλλά πρέπει όλες να τις κρούουμε με τον κατάλληλο τρόπο και ρυθμό, έτσι και στην περίπτωση της ψυχικής αρετής δεν αρκεί για τη σωτηρία μας η τήρηση μόνο μίας εντολής του Κυρίου, αλλά πρέπει να τις τηρούμε όλες με ακρίβεια και αυστηρότητα, εάν βέβαια έχουμε διάθεση να επιτύχουμε πραγματική μελωδία.
    Έμαθε το στόμα σου να μην ορκίζεται, όπως ορίζει μία εντολή; Έχει ασκηθεί η γλώσσα σου να λέγει σε κάθε περίσταση μονάχα «ναι» και «όχι», όπως ορίζει μία άλλη; Ας μάθει λοιπόν να αποφεύγει και κάθε κακολογία και να δείχνει περισσότερο ενδιαφέρον για την εντολή αυτή, επειδή χρειάζεται και περισσότερος κόπος εκ μέρους μας για την εκπλήρωσή της. Και αυτό διότι στην περίπτωση του όρκου χρειαζόταν να υπερνικήσουμε απλώς μία συνήθεια, ενώ στην περίπτωση της οργής χρειάζεται μεγαλύτερος αγώνας, επειδή αυτό είναι πάθος τυραννικό και πολλές φορές παρασύρει όσους δεν έχουν νήψη και τους γκρεμίζει στο βάραθρο της απώλειας.
   Υπομείνετε λοιπόν τον εκτεταμένο λόγο μου που θα ακολουθήσει. Διότι θα ήταν παράλογο να τραυματίζεστε κάθε μέρα στις αγορές, στα σπίτια σας από φίλους, από συγγενείς, από εχθρούς, από γείτονες, από δούλους, από γυναίκα, από παιδί, από τις ίδιες σας τις σκέψεις και να μη φροντίζετε για τη θεραπεία των τραυμάτων αυτών ούτε μία φορά την εβδομάδα και μάλιστα όταν γνωρίζετε ότι ο τρόπος αυτός της θεραπείας είναι και δωρεάν και ανώδυνος. Διότι τώρα δεν κρατώ σίδερο στο χέρι μου, αλλά μεταχειρίζομαι λόγο αντί σιδήρου, λόγο  όμως κοπτερότερο από κάθε σίδηρο, ο οποίος αποκόπτει από τη ρίζα τη σήψη της αμαρτίας, χωρίς να προκαλεί πόνο σε εκείνον που πάσχει. Δεν κρατώ φωτιά στο δεξί μου χέρι, αλλά κρατώ διδασκαλία σφοδρότερη και από τη φωτιά, που δε φέρει καυτήρα στην πληγή, αλλά ματαιώνει την εξάπλωση της κακίας και αντί πόνου, παρέχει πολλή ευχαρίστηση στον απαλλασσόμενο από την κακία. Εδώ δε χρειάζεται χρόνος, δεν χρειάζονται μόχθοι, δε χρειάζονται χρήματα. Αρκεί μόνο θέληση και θα επιτύχουμε αμέσως όλα όσα έχουν σχέση με την αρετή. Και αν εννοήσουμε την αξίωση του Θεού που μας προστάσσει και νομοθετεί, θα δεχτούμε αρκετή διδασκαλία και προτροπή. Διότι δε σας διδάσκουμε με δική μας έμπνευση, αλλά σας οδηγούμε όλους στον Νομοθέτη. Ακολουθείτε λοιπόν και ακούστε τους θείους νόμους.
   Πού λοιπόν ομίλησε ο Κύριος για την οργή και την μνησικακία; Και σε πολλά άλλα σημεία, αλλά ιδιαιτέρως στην παραβολή αυτή που είπε στους μαθητές για εκείνον τον κακό οφειλέτη, αρχίζοντας κάπως έτσι:
     «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ(:Το καθήκον να συγχωρούμε αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστο. Γι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθεί με ένα βασιλέα, που θέλησε να λογαριαστεί με τους δούλους του, στους οποίους είχε εμπιστευτεί την διαχείριση των οικονομικών του).  ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων. μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι καὶ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ καὶ τὰ τέκνα καὶ πάντα ὅσα εἶχε, καὶ ἀποδοθῆναι.  πεσὼν οὖν ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω. σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ(:Καθώς λοιπόν άρχισε να εξετάζει τους λογαριασμούς, του έφεραν βιαίως έναν, που του χρωστούσε το τεράστιο ποσό των δέκα χιλιάδων ταλάντων. Επειδή όμως δεν είχε να επιστρέψει όσα χρεωστούσε, διέταξε ο κύριός του να πωληθεί ως δούλος αυτός και η γυναίκα του και τα παιδιά του και όλα όσα είχε, για να εξοφληθεί έτσι έστω και μέρος από το χρέος. Έπεσε τότε κατά γης ο δούλος εκείνος, τον προσκυνούσε και έλεγε• “Κύριε, δείξε επιείκεια και μακροθυμία σε εμένα και όλα όσα σου χρωστώ, θα σου τα πληρώσω”. Φάνηκε δε σπλαγχνικός ο Κύριος του δούλου εκείνου, τον άφησε ελεύθερο και του χάρισε όλο το χρέος).
    ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι· ὁ δὲ οὐκ ἤθελεν, ἀλλὰ ἀπελθὼν ἔβαλεν αὐτὸν εἰς φυλακὴν ἕως οὗ ἀποδῷ τὸ ὀφειλόμενον(:Αλλά εκείνος ο δούλος όταν βγήκε έξω, βρήκε ένα από τους συνδούλους του, ο οποίος του χρωστούσε το μηδαμινό ποσό των εκατό δηναρίων. Αμέσως τον έπιασε και τον πίεζε κατά τον πλέον σκληρό τρόπο λέγοντας: ‘’Πλήρωσέ μου ό,τι μου χρωστάς’’. Έπεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος στα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγοντας: ‘’Δείξε σε μένα επιείκεια και μακροθυμία και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα’’. Αυτός όμως δεν ήθελε να ακούσει τίποτε, αλλά πήγε και τον κατήγγειλε στις αρχές και τον έβαλε στην φυλακή, έως ότου πληρώσει το χρέος του).
  ἰδόντες δὲ οἱ σύνδουλοι αὐτοῦ τὰ γενόμενα ἐλυπήθησαν σφόδρα, καὶ ἐλθόντες διεσάφησαν τῷ κυρίῳ ἑαυτῶν πάντα τὰ γενόμενα. τότε προσκαλεσάμενος αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ λέγει αὐτῷ· δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με. οὐκ ἔδει καὶ σὲ ἐλεῆσαι τὸν σύνδουλόν σου, ὡς καὶ ἐγώ σε ἠλέησα; καὶ ὀργισθεὶς ὁ κύριος αὐτοῦ παρέδωκεν αὐτὸν τοῖς βασανισταῖς ἕως οὗ ἀποδῷ πᾶν τὸ ὀφειλόμενον αὐτῷ (:Οι άλλοι σύνδουλοί του, όταν είδαν αυτά που έγιναν, λυπήθηκαν πάρα πολύ και αφού πήγαν στον κύριό τους του διηγήθηκαν με ακρίβεια όλα τα γεγονότα. Τότε τον κάλεσε ο κύριός του και του είπε: ‘’Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιο εκείνο χρέος σου το χάρισα, διότι με παρεκάλεσες. Δεν έπρεπε και εσύ να λυπηθείς και να ελεήσεις τον σύνδουλό σου, όπως εγώ ο Κύριός σου σε λυπήθηκα και σε ελέησα;’’ Και επειδή οργίστηκε ο κύριός του, τον έβαλε στη φυλακή και τον παρέδωσε στους βασανιστές, για να τον βασανίζουν, μέχρις ότου εξοφλήσει όλο το χρέος του).
  Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν(:Έτσι και ο Πατέρας μου ο επουράνιος θα κάνει σε σας, εάν δεν συγχωρείτε ο καθένας στον αδελφό του, με όλη σας την καρδιά, τα πταίσματα, που έχει κάνει απέναντί σας”)»[Ματθ.18,23-35].

    Αυτή λοιπόν είναι η παραβολή. Πρέπει όμως να πούμε για ποιο λόγο άρχισε με την αιτιολογία «διὰ τοῦτο» και στη συνέχεια μάς παρουσίασε την παραβολή αυτήν • διότι δεν είπε απλώς «ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν», αλλά «διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν». Με ποια αφορμή λοιπόν είναι συνδεδεμένη η παραβολή; Μιλούσε στους μαθητές Του περί ανεξικακίας και τους διαπαιδαγωγούσε και τους δίδασκε ότι πρέπει να συγκρατούμε την οργή και να μη δίδουμε πολλή σημασία στις αδικίες που μας γίνονται από άλλους, λέγοντας τα εξής: «Ἐὰν ἁμαρτήσῃ εἰς σὲ ὁ ἀδελφός σου, ὕπαγε καὶ ἔλεγξον αὐτὸν μεταξὺ σοῦ καὶ αὐτοῦ μόνου· ἐάν σου ἀκούσῃ, ἐκέρδησας τὸν ἀδελφόν σου(:Εάν φταίξει σε σένα ο αδελφός σου, πήγαινε και υπόδειξέ του το σφάλμα του ιδιαιτέρως, χωρίς να είναι παρών κανένας άλλος• εάν ακούσει την υπόδειξή σου και μετανοήσει για το σφάλμα του, κέρδισες τον αδελφό σου για τον Θεό και για εσένα τον ίδιο)»[Ματθ.18,15].
      Καθώς ο Χριστός συζητούσε με τους μαθητές Του αυτά και άλλα παρόμοια και τους δίδασκε να εμβαθύνουν στα πράγματα, ο Πέτρος, ο κορυφαίος του χορού των αποστόλων, το στόμα των μαθητών, ο στύλος της Εκκλησίας, το στερέωμα της πίστεως, το θεμέλιο της ομολογίας του Χριστιανισμού, ο αλιέας της οικουμένης, ο οποίος ανύψωσε το ανθρώπινο γένος στον ουρανό από τον βυθό της πλάνης, ο ένθερμος σε όλες τις περιστάσεις και γεμάτος παρρησία, περισσότερο μάλλον αγάπη παρά παρρησία, ενώ όλοι σιωπούσαν, αφού προσήλθε στον Διδάσκαλο, λέγει: «Κύριε, ποσάκις ἁμαρτήσει εἰς ἐμὲ ὁ ἀδελφός μου καὶ ἀφήσω αὐτῷ; ἕως ἑπτάκις;(: “Κύριε, πόσες φορές θα φταίξει σε εμένα ο αδελφός μου και θα τον συγχωρήσω; Έως επτά φορές;”)». Ταυτόχρονα και ρωτά και υπόσχεται και πριν λάβει απάντηση, φιλοτιμείται. Επειδή γνώριζε καλώς τη γνώμη του διδασκάλου, ότι δηλαδή κλίνει προς τη φιλανθρωπία, και χαρίζεται προπαντός σε εκείνον που παραβλέπει τις αμαρτίες των πλησίον του και δεν τις κρίνει με αυστηρότητα, επιθυμώντας να φανεί αρεστός στον νομοθέτη, λέγει: «ἕως ἑπτάκις;(: έως επτά φορές;)». Για να μάθεις λοιπόν τώρα τι είναι άνθρωπος και τι είναι Θεός, και ότι η προθυμία του ανθρώπου σε όσο βαθμό και αν ανέλθει συγκρινόμενη προς τη γενναιοδωρία Εκείνου, είναι ευτελέστερη και από τη μεγαλύτερη πτωχεία, και ότι όσο είναι η σταγόνα στο απέραντο πέλαγος, τόση είναι η αγαθότητά μας εν συγκρίσει προς την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του, άκουσε τη συνέχεια.
     Όταν είπε ο Πέτρος, «έως επτά φορές», και νόμισε ότι επιδεικνύει μεγαλοψυχία, και πλούτο, άκουσε τι απάντηση έλαβε από τον Κύριο: « οὐ λέγω σοι ἕως ἑπτάκις, ἀλλ᾿ ἕως ἑβδομηκοντάκις ἑπτά(:“Δεν σου λέγω έως επτά φορές, αλλά έως εβδομήντα φορές το  επτά , πάντοτε δηλαδή θα συγχωρείς”)». Μερικοί νομίζουν ότι είπε ‘’εβδομήντα επτά’’, αλλά δεν είναι ορθό. Το «ἑβδομηκοντάκις ἑπτά» είναι σχεδόν πεντακόσια. Διότι επτά φορές το εβδομήντα είναι τετρακόσια ενενήντα. Και μη νομίσεις ότι το παράγγελμα αυτό, αγαπητέ μου, είναι δύσκολο. Διότι εάν κάποιον που αμάρτησε απέναντι σε σένα, τον συγχωρήσεις μία φορά και δύο και τρεις φορές την ημέρα, και αν ακόμη είναι από πέτρα, και αν αυτός που σε λύπησε είναι αγριότερος και αυτούς τους δαίμονες, δε θα είναι τόσο αναίσθητος, ώστε να περιπέσει πάλι στα ίδια αμαρτήματα, αλλά αφού σωφρονιστεί από τη συχνή συγχώρηση, θα γίνει καλύτερος και μαλακότερος. Και εσύ πάλι, εάν είσαι προετοιμασμένος να παραβλέψεις τόσες φορές τα αμαρτήματα που έγιναν σε βάρος σου, αφού ασκηθείς από την πρώτη και δεύτερη και τρίτη συγχώρηση, δε θα έχεις στο εξής καμία δυσκολία σε αυτού του είδους τη φιλοσοφία, διότι θα έχεις γυμναστεί άπαξ δια παντός, με τη συχνότητα της συγχωρήσεως, να μην πλήττεσαι από τα αμαρτήματα των πλησίον σου. Όταν άκουσε αυτά ο Πέτρος, έμεινε έκθαμβος, φροντίζοντας όχι μόνο για τον εαυτό του, αλλά και για εκείνους οι οποίοι επρόκειτο να εμπιστευθούν από τον Θεό σε αυτόν ως το μελλοντικό ποίμνιό του.
    Για να μην κάνει λοιπόν ο Πέτρος το ίδιο, που έκανε και με τις άλλες εντολές, απέκλεισε εκ των προτέρων από τον εαυτό του οποιαδήποτε ερώτηση. Και τι έκανε με τις άλλες εντολές; Εάν ο Χριστός παρήγγειλε κάτι που φαινόταν ότι περιείχε κάποια δυσκολία, προλάμβανε τους άλλους και ρωτούσε και ζητούσε να μάθει για την εντολή. Και πράγματι όταν προσήλθε ο πλούσιος και ρωτούσε τον Χριστό για την αιώνια βασιλεία και έμαθε τι πρέπει να πράξει για να γίνει τέλειος, και έφευγε λυπημένος για τα χρήματά του, τότε είπε ο Χριστός: «εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυμαλιᾶς ῥαφίδος εἰσελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν(:Είναι ευκολότερο μία καμήλα να περάσει από τη μικρή τρύπα που ανοίγει το βελόνι, παρά ο πλούσιος να εισέλθει στη βασιλεία του Θεού)»[Μαρκ.10,25]. Ο Πέτρος τότε, αν και είχε γυμνώσει τον εαυτό του από όλα και δεν είχε πλέον ούτε το άγκιστρο, αλλά είχε εγκαταλείψει και την τέχνη και τη βάρκα, πλησίασε τον Χριστό και του είπε: «Καὶ τίς δύναται σωθῆναι;(: “και τότε ποιος μπορεί να σωθεί, αφού όλοι οι άνθρωποι είμαστε τόσο αδύνατοι;’’)»[Μαρκ.10,26]. Και ενώ δεν είχε γίνει ακόμη ο Πέτρος ποιμένας, είχε ψυχή ποιμένα, και ενώ δεν είχε αναλάβει ακόμη την εξουσία, διατηρούσε τη φροντίδα που άρμοζε σε άρχοντα, μεριμνώντας για ολόκληρη την οικουμένη. Διότι εάν ήταν πλούσιος και είχε μεγάλη περιουσία, ίσως μπορούσε κάποιος να πει ότι ζητούσε την πληροφορία αυτήν, διότι φρόντιζε όχι για τους άλλους, αλλά για τον εαυτό του. Τώρα όμως η πτωχεία του τον απαλλάσσει από αυτήν την υποψία και αποδεικνύει ότι φρόντιζε για τη σωτηρία των άλλων και γι’ αυτό ανησυχούσε και διερευνούσε και ήθελε να μάθει από τον Διδάσκαλο την οδό της σωτηρίας. Για τον λόγο αυτόν και ο Χριστός τον ενθάρρυνε και του έλεγε: «παρὰ ἀνθρώποις ἀδύνατον, ἀλλ᾿ οὐ παρὰ Θεῷ· πάντα γὰρ δυνατά ἐστι παρὰ τῷ Θεῷ (:αυτό είναι πράγματι αδύνατο στους ανθρώπους, όχι όμως και στον Θεό• διότι όλα είναι δυνατά στον Θεό, ο οποίος και μπορεί με την χάρη Του να οδηγήσει τους ανθρώπους, και αυτούς ακόμη τους πλουσίους, σε σωτηρία”)» [Μαρκ.10,27]· [πρβλ. Λουκ.18,27: «τὰ ἀδύνατα παρὰ ἀνθρώποις δυνατὰ παρὰ τῷ Θεῷ ἐστιν(:τα αδύνατα για τους ανθρώπους είναι κατορθωτά και δυνατά στον Θεό”)»]. «Και μη νομίσεις», λέγει, «ότι εγκαταλείπεστε μόνοι σας. Εγώ σας συμπαρίσταμαι στη φροντίδα αυτήν και κάνω τα αδύνατα να γίνουν εύκολα και δυνατά».
   Πάλι, όταν ο Χριστός ομιλούσε περί γάμου και γυναίκας και έλεγε ότι «Ἐῤῥέθη δέ· ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ, δότω αὐτῇ ἀποστάσιον.Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι, καὶ ὃς ἐὰν ἀπολελυμένην γαμήσει, μοιχᾶται(:Ακόμη, ειπώθηκε το εξής: ‘’όποιος χωρίσει την γυναίκα του, ας της δώσει γραπτό διαζύγιο’’. Εγώ όμως σας λέγω ότι όποιος χωρίσει την γυναίκα του χωρίς την αιτία της μοιχείας, την σπρώχνει στη μοιχεία (διότι μοιχεία είναι πλέον, εάν αυτή έλθει σε νέο γάμο, εφόσον ζει ο πρώτος της σύζυγος). Και εκείνος που θα λάβει ως σύζυγο διαζευγμένη γυναίκα, διαπράττει μοιχεία)»[Ματθ.5,31-32] και τους συμβούλευε να υποφέρουν όλες τις κακίες των γυναικών πλην της πορνείας, ο Πέτρος, ενώ οι άλλοι σιωπούσαν, πλησίασε τον Χριστό και του λέγει: «εἰ οὕτως ἐστὶν ἡ αἰτία τοῦ ἀνθρώπου μετὰ τῆς γυναικός, οὐ συμφέρει γαμῆσαι (:“εάν έτσι έχουν τα πράγματα, εάν τόσο στενή είναι η σχέση του ανδρογύνου και μία μόνη η αιτία που δικαιολογεί το διαζύγιο, τότε δεν συμφέρει να έρχεται κανείς σε γάμο”)»[Ματθ.19.10]. Πρόσεχε να δεις και εδώ με πόση διακριτικότητα απέδωσε και την πρέπουσα στον Διδάσκαλο τιμή και φρόντισε και για τη σωτηρία των άλλων, χωρίς και στην προκειμένη περίπτωση να μεριμνά για τον εαυτό του.
       Για να μην πει λοιπόν και εδώ κάτι παρόμοιο ο Πέτρος, πρόφθασε ο Κύριος με την παραβολή και αναίρεσε την αντίρρησή του. Για να δείξει λοιπόν ότι πρέπει να είμαστε απεριόριστα συγχωρητικοί απέναντι στους συνανθρώπους μας που με τον ένα ή άλλο τρόπο μάς αδικούν, είπε λοιπόν: «Διὰ τοῦτο ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ(:Το καθήκον να συγχωρούμε αυτούς που μας έφταιξαν είναι απεριόριστο. Γι' αυτό και η βασιλεία των ουρανών έχει παρομοιωθεί με ένα βασιλέα, που θέλησε να λογαριαστεί με τους δούλους του, στους οποίους είχε εμπιστευτεί την διαχείριση των οικονομικών του)». Ήθελε να δείξει ότι για τούτο λέγει την παραβολή αυτήν, για να μάθεις δηλαδή ότι ακόμη και αν εβδομήντα φορές το επτά την ημέρα συγχωρείς τα αμαρτήματα του αδελφού σου, δε δύνασαι ακόμη να πεις ότι έπραξες μέγα πράγμα, αλλά απέχεις πολύ και απερίγραπτα από τη φιλανθρωπία του Κυρίου και δε δίνεις τόσο όσο λαμβάνεις.
    Ας ακούσουμε λοιπόν με προσοχή την παραβολή• διότι αν και φαίνεται πως από μόνη της είναι σαφής, έχει όμως κρυμμένο μέσα της και κάποιον ανέκφραστο θησαυρό νοημάτων. «Ὡμοιώθη ἡ βασιλεία τῶν οὐρανῶν ἀνθρώπῳ βασιλεῖ, ὃς ἠθέλησε συνᾶραι λόγον μετὰ τῶν δούλων αὐτοῦ»(:μοιάζει η Βασιλεία του Θεού με έναν επίγειο άνθρωπο βασιλιά, ο οποίος θέλησε να του αποδώσουν λογαριασμό οι δούλοι και οι αυλικοί του για τα πεπραγμένα τους)».
     Μην προσπεράσεις επιπόλαια την φράση, αλλά φαντάσου, παρακαλώ, το δικαστήριο εκείνο και, εισερχόμενος στη συνείδησή σου, αναλογίσου όσα έχεις πράξει σε όλη σου την ζωή• και όταν ακούσεις ότι λογαριάζεται με τους δούλους Του, να σκεφθείς ότι εννοεί και βασιλείς, και στρατηγούς, και επάρχους, και πλουσίους και πτωχούς, και δούλους και ελευθέρους και τους πάντες: «τοὺς γὰρ πάντας ἡμᾶς φανερωθῆναι δεῖ ἔμπροσθεν τοῦ βήματος τοῦ Χριστοῦ, ἵνα κομίσηται ἕκαστος τὰ διὰ τοῦ σώματος πρὸς ἃ ἔπραξεν, εἴτε ἀγαθὸν εἴτε κακόν(:Διότι όλοι μας θα παρουσιαστούμε οπωσδήποτε μπροστά στο βήμα του Χριστού, ολοφάνεροι και ξέσκεποι, για να αποκομίσει και να απολαύσει ο καθένας, ανάλογα με όσα δια του σώματος έπραξε, είτε αγαθά είτε κακά)»[Β΄Κορ.5,10]. Και αν είσαι πλούσιος, σκέψου ότι θα δώσεις λόγο, πού ξόδεψες τα χρήματα, σε πόρνες ή προς ενίσχυση των πτωχών, πού, σε παρασίτους και κόλακες ή σε εκείνους που είχαν ανάγκη, πού λοιπόν, στην ακολασία ή στη φιλανθρωπία, στις απολαύσεις και την ασωτία και τη μέθη ή στη βοήθεια των καταπιεζομένων; Και θα σου ζητηθεί να δώσεις λόγο όχι μόνο για τη δαπάνη, αλλά και για την απόκτησή τους. Ποιο δηλαδή από τα δύο, απέκτησες την περιουσία σου με δίκαιους μόχθους ή με την αρπαγή και την πλεονεξία, πώς κληρονόμησες την πατρική σου περιουσία ή κατέστρεψες τα σπίτια των ορφανών και διάρπαξες τις περιουσίες των χηρών; Και όπως εμείς ζητούμε λογαριασμό από τους υπηρέτες μας  όχι μόνο για τα έξοδα, αλλά και για τα έσοδα, εξετάζοντας από πού έλαβαν τα χρήματα και από ποια πρόσωπα, και πώς και πόσα, το ίδιο λοιπόν και ο Θεός ζητεί από εμάς ευθύνες όχι μόνο για τη δαπάνη των χρημάτων μας, αλλά και για τον τρόπο της αποκτήσεώς τους.
    Και δε δίνει μόνο ο πλούσιος λόγο, αλλά δίνει και ο πτωχός για την φτώχια του. Αν π.χ. υπέμεινε την πτωχεία του με γενναιότητα και ευχαρίστηση, αν δεν αποθαρρύνθηκε, αν δε δυσανασχέτησε, αν δεν καταφέρθηκε ενάντια στην πρόνοια του Θεού, βλέποντας άλλον να ζει στην απόλαυση και τη σπατάλη και αυτός να στερείται των πάντων. Όπως ο πλούσιος θα δώσει λόγο για την ελεημοσύνη, το ίδιο και ο πτωχός εάν επέδειξε υπομονή. Ή μάλλον όχι μόνο για την υπομονή, αλλά και για αυτήν την ελεημοσύνη[πρβλ. Μαρκ.12,42: « καὶ πολλοὶ πλούσιοι ἔβαλλον πολλά· καὶ ἐλθοῦσα μία χήρα πτωχὴ ἔβαλε λεπτὰ δύο, ὅ ἐστι κοδράντης(:Και πολλοί πλούσιοι έρριπταν πολλά χρήματα στο κουτί για τους απόρους• Ήρθε όμως μία πτωχή χήρα και έριξε δύο λεπτά, δηλαδή ένα κοδράντη)»]. Διότι η φτώχεια δεν αποτελεί εμπόδιο προς ελεημοσύνη. Και μάρτυρας η χήρα εκείνη που κατέβαλε τα δύο λεπτά και με τη μικρή εκείνη εισφορά υπερέβαλε, κατά τη μαρτυρία του Κυρίου, εκείνους που κατέβαλλαν πολλά.
     Και όχι μόνο πλούσιοι και φτωχοί, αλλά και άρχοντες και δικαστές εξετάζονται με μεγάλη αυστηρότητα, μήπως παραβίασαν το δίκαιο, μήπως έλαβαν τις αποφάσεις τους για τους δικαζόμενους επηρεαζόμενοι από εύνοια ή μίσος, μήπως ψήφισαν παρά τη συνείδησή τους διότι κολακεύτηκαν, μήπως έβλαψαν από μνησικακία ανθρώπους αθώους. Και όχι μόνο οι κοσμικοί άρχοντες, αλλά και όσοι προΐστανται των Εκκλησιών θα λογοδοτήσουν για την εξουσία τους. Και μάλιστα αυτοί είναι εκείνοι, οι οποίοι έχουν πικρές και βαριές ευθύνες. Και πράγματι, ο επιφορτισμένος με την υπηρεσία του λόγου και του κηρύγματος θα εξεταστεί εκεί με μεγάλη ακρίβεια, μήπως είτε από οκνηρία ή από φθόνο παρέλειψε κάτι από αυτά που έπρεπε να πει και απέδειξε με τα έργα του ότι τα ανέπτυξε όλα και δεν απέκρυψε τίποτε από τα ωφέλιμα. Επίσης, σε εκείνον, στον οποίο έλαχε η Επισκοπή, όπου είναι μεγαλύτερο το αξίωμα, στο οποίο ανήλθε, τόσο μεγαλύτερος θα ζητηθεί λόγος, όχι μόνο για τη διδασκαλία και την προστασία των πτωχών, αλλά και για τις χειροτονίες και για άλλα αναρίθμητα. Και αυτά καθιστώντας φανερά ο απόστολος Παύλος έγραψε στον Τιμόθεο: «χεῖρας ταχέως μηδενὶ ἐπιτίθει, μηδὲ κοινώνει ἁμαρτίαις ἀλλοτρίαι(:Χέρια σε κανέναν μην επιθέτεις γρήγορα για χειροτονία, μήτε να γίνεσαι συμμέτοχος σε ξένες αμαρτίες)»[Α΄Τιμ.5,22].Και γράφοντας στους Εβραίους για τους δικούς τους άρχοντες, τους φόβιζε με άλλο τρόπο λέγοντας: «  Πείθεσθε τοῖς ἡγουμένοις ὑμῶν καὶ ὑπείκετε· αὐτοὶ γὰρ ἀγρυπνοῦσιν ὑπὲρ τῶν ψυχῶν ὑμῶν ὡς λόγον ἀποδώσοντες· ἵνα μετὰ χαρᾶς τοῦτο ποιῶσι καὶ μὴ στενάζοντες· ἀλυσιτελὲς γὰρ ὑμῖν τοῦτο(:Να πείθεσθε και να υποτάσσεσθε με προθυμία, χωρίς δισταγμούς και δυσφορίες, στους πνευματικούς προϊσταμένους σας. Διότι αυτοί αγρυπνούν για τη σωτηρία των ψυχών σας, επειδή θα δώσουν λόγο για σας στον Χριστό. Υπακούετε, λοιπόν, σε αυτούς με προθυμία, ώστε να εκτελούν το έργο αυτό της πνευματικής καθοδηγήσεώς σας με χαρά και όχι με στεναγμούς• διότι το να στενάζουν από την δική σας απείθεια, είναι επιζήμιο σε σας τους ιδίους. Θα φέρει επάνω σας την οργή του Θεού)»[Εβρ.13,17].
   Τότε λοιπόν θα δώσουμε λόγο όχι μόνο για πράξεις, αλλά και για λόγους. Καθώς δηλαδή και εμείς όταν εμπιστευτούμε στους δούλους μας χρήματα, ζητούμε από αυτούς λογαριασμό για όλα, έτσι και ο Θεός, ο οποίος μας εμπιστεύτηκε λόγους, θα μας ζητήσει λόγο για τον τρόπο της δαπάνης τους. Μας ζητείται λόγος και εξεταζόμαστε λοιπόν με αυστηρότητα, μήπως δαπανήσαμε αυτά στην τύχη και άσκοπα. Διότι τα χρήματα, τα οποία δαπανήθηκαν στην τύχη και άσκοπα, συνήθως δε βλάπτουν τόσο, όσο ένας λόγος που ειπώθηκε άσκοπα και όχι στην κατάλληλη στιγμή. Διότι χρήματα που δαπανήθηκαν άσκοπα προκαλούν πολλές φορές ζημία οικονομική, ενώ λόγος που ειπώθηκε απερίσκεπτα, ανέτρεψε ολόκληρα σπίτια και κατέστρεψε και αφάνισε ψυχές. Και τη χρηματική ζημία είναι δυνατόν να τη διορθώσουμε πάλι, λόγο όμως, ο οποίος μία φορά ειπώθηκε δεν είναι δυνατόν να τον ανακαλέσουμε. Και ότι τιμωρούμαστε για τους λόγους, το λέγει ο Χριστός. Άκουσέ το, λοιπόν: «λέγω δὲ ὑμῖν ὅτι πᾶν ῥῆμα ἀργὸν ὃ ἐὰν λαλήσωσιν οἱ ἄνθρωποι, ἀποδώσουσι περὶ αὐτοῦ λόγον ἐν ἡμέρᾳ κρίσεως· ἐκ γὰρ τῶν λόγων σου δικαιωθήσῃ καὶ ἐκ τῶν λόγων σου καταδικασθήσῃ(:Σας λέγω δε και τούτο• ότι για κάθε περιττό και μάταιο λόγο, τον οποίο θα πουν οι άνθρωποι, θα λογοδοτήσουν κατά την ημέρα της κρίσεως. (Και πολύ περισσότερο για τα συκοφαντικά και φαρμακερά λόγια τους).Διότι από τα λόγια σου θα δικαιωθείς και από τα λόγια σου θα καταδικαστείς”)»[Ματθ.12,36-37].
     Και δε λογοδοτούμε μόνο για τους λόγους, αλλά και για τα ακούσματα. Π.χ. αν πίστεψες αβασάνιστα ψευδείς κατηγορίες σε βάρος του πλησίον σου: «Οὐ παραδέξῃ ἀκοὴν ματαίαν. οὐ συγκαταθήσῃ μετὰ τοῦ ἀδίκου γενέσθαι μάρτυς ἄδικος(:Εάν είσαι δικαστής, δεν πρέπει να παραδεχτείς ποτέ επιπόλαια και αναπόδεικτη κατηγορία. Εάν κληθείς ως μάρτυρας, ποτέ δεν πρέπει να έλθεις σε συμφωνία με αυτόν που διέπραξε το αδίκημα, ώστε να γίνεις ψευδομάρτυρας)»[Εξ.23,1]. Και αν οι αποδεχόμενοι ψευδές άκουσμα δε θα συγχωρηθούν, τότε όσοι διαβάλλουν και κατηγορούν, ποια δικαιολογία θα έχουν;
    Και τι λέγω για λόγους και ακούσματα, αφού έχουμε ευθύνες και για τις σκέψεις μας; Και τούτο υπογράμμιζε ο Παύλος, όταν έλεγε: «ὥστε μὴ πρὸ καιροῦ τι κρίνετε, ἕως ἂν ἔλθῃ ὁ Κύριος, ὃς καὶ φωτίσει τὰ κρυπτὰ τοῦ σκότους καὶ φανερώσει τὰς βουλὰς τῶν καρδιῶν, καὶ τότε ὁ ἔπαινος γενήσεται ἑκάστῳ ἀπὸ τοῦ Θεοῦ(:Ώστε και εσείς μη σπεύδετε παράκαιρα να κάνετε κρίσεις και διακρίσεις, ότι ο Παύλος ή ο Πέτρος ή ο Απολλώς είναι καλύτερος. Περιμένετε έως ότου έλθει ο Κύριος, ο οποίος θα φωτίσει και θα αποκαλύψει όσα τώρα είναι κρυμμένα στο σκοτάδι και θα φανερώσει τις εσωτερικές σκέψεις και επιθυμίες και θελήσεις των καρδιών. Και τότε θα αποδοθεί από τον Θεό στον καθένα ο δίκαιος έπαινος)» [Α΄Κορ.4,5]. Και ο ψαλμωδός Δαβίδ λέγει: «ὅτι ἐνθύμιον ἀνθρώπου ἐξομολογήσεταί σοι, καὶ ἐγκατάλειμμα ἐνθυμίου ἑορτάσει σοι(:Έτσι δε κάθε ανθρώπινη σκέψη και καρδία, όχι μόνο των πιστών σε Εσένα, αλλά και αυτών ακόμη των εχθρών Σου, θα έχει μεταστραφεί σε δοξολογία Σου• και τα υπολείμματα ακόμη των πικρών αναμνήσεων, όπως και οι απομένοντες εχθροί, θα πανηγυρίσουν προς δόξα Σου)» [Ψαλμ.75,11]. Τι εννοεί όταν λέει στον ψαλμό αυτόν ότι «ἐνθύμιον ἀνθρώπου ἐξομολογήσεταί σοι: ο άνθρωπος θα εξομολογηθεί ενώπιόν σου τη σκέψη του»; Π.χ. εάν ομίλησες προς τον αδελφό σου με δόλο και πονηρή σκέψη, αν δηλαδή τον επαινούσες με το στόμα και τη γλώσσα, και στην ψυχή σου σκεπτόσουν κακά για αυτόν και τον φθονούσες. Το ίδιο πάλι υπαινισσόταν ο Χριστός, όταν έλεγε ότι τιμωρούμαστε όχι μόνο για τα έργα μας, αλλά και για τις σκέψεις: «Ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν ὅτι πᾶς ὁ βλέπων γυναῖκα πρὸς τὸν ἐπιθυμῆσαι αὐτὴν ἤδη ἐμοίχευσεν αὐτὴν ἐν τῇ καρδίᾳ αὐτοῦ(: Εγώ όμως σας λέγω ότι καθένας, ο οποίος βλέπει γυναίκα με την πονηρή επιθυμία προς αμαρτία, ήδη με την εμπαθή αυτήν ματιά διέπραξε την αμαρτία της μοιχείας μέσα στην ακάθαρτη καρδία του)»[Ματθ.5,28]. Κοίτα, η αμαρτία δεν έγινε πράξη, αλλά έμενε ακόμη στη διάνοια. Αλλά ούτε σε αυτήν την περίπτωση δεν μπορεί να μείνει ακατάκριτος ο περιεργαζόμενος τα κάλλη των γυναικών για να ανάψει επιθυμία πορνείας.
    Όταν λοιπόν ακούσεις ότι λογαριάζεται με τους δούλους του, μη δεις επιπόλαια τη φράση, αλλά σκέψου όλο το νόημά της και να φανταστείς κάθε ηλικία και των δύο φύλων, και των ανδρών και των γυναικών. Βάλε με τον νου σου πώς θα είναι τότε το δικαστήριο, αναλογίσου όλα τα αμαρτήματα που έχεις κάμει. Και αν μάλιστα εσύ λησμονήσεις κάτι από τα αμαρτήματά σου, ο Θεός δε θα λησμονήσει ποτέ, αλλά θα τα στήσει όλα εμπρός στους οφθαλμούς μας, αν δεν προλάβουμε να τα εξαλείψουμε τώρα με τη μετάνοια και την εξομολόγηση, και με το να μην μνησικακούμε ποτέ κατά του πλησίον.
   Για ποια λοιπόν αιτία θέσπισε τη λογοδοσία για τα λόγια και τις πράξεις μας; Όχι βέβαια επειδή αγνοεί Αυτός(πώς είναι δυνατός να αγνοεί Αυτός που γνωρίζει τα πάντα πριν γίνουν;-πρβλ. Δαν.Α,42: «ὁ Θεὸς ὁ αἰώνιος ὁ τῶν κρυπτῶν γνώστης, ὁ εἰδὼς τὰ πάντα πρὶν γενέσεως αὐτῶν: Εσύ ο αιώνιος Θεός, ο οποίος γνωρίζεις τα κρυπτά των ανθρώπων, γνωρίζεις τα πάντα και πριν ακόμη γίνουν»), αλλά για να πείσει εσένα τον δούλο ότι δικαίως οφείλεις, ό, τι οφείλεις. Και περισσότερο όχι για να μάθεις μόνο, αλλά και για να αποπλύνεις τις αμαρτίες σου, να καθαριστείς τελείως και να διορθωθείς. Διότι και τον προφήτη για αυτόν ακριβώς τον λόγο τον διέταξε να λέγει τα αμαρτήματα των Ιουδαίων. « Ἀναβόησον ἐν ἰσχύϊ καὶ μὴ φείσῃ, ὡς σάλπιγγα ὕψωσον τὴν φωνήν σου, καὶ ἀνάγγειλον τῷ λαῷ μου τὰ ἁμαρτήματα αὐτῶν καὶ τῷ οἴκῳ Ἰακὼβ τὰς ἀνομίας αὐτῶν(:Φώναξε με όλη σου την δύναμη, μη λυπηθείς την φωνή σου• ύψωσε και δυνάμωσε την φωνή σου σαν μεγαλόφωνη σάλπιγγα και, πες καθαρά στον λαό μου τα αμαρτήματά τους και στους απογόνους του Ιακώβ τις παρανομίες τους)»[Ησ.58,1].

      «Ἀρξαμένου δὲ αὐτοῦ συναίρειν προσηνέχθη αὐτῷ εἷς ὀφειλέτης μυρίων ταλάντων.»(:Και όταν Αυτός άρχισε να κάνει τον λογαριασμό, Του έφεραν έναν οφειλέτη, ο οποίος χρωστούσε 10.000 τάλαντα). Άραγε πόσα του είχε εμπιστευθεί, αφού κατέφαγε τόσα πολλά; Μεγάλος ο όγκος του χρέους• και δεν ήταν μόνον αυτό το φοβερό, αλλά το ότι τον έφεραν και πρώτο στον Κύριο του. Επειδή εάν μεν τον έφερναν ύστερα από πολλούς άλλους που φάνηκαν συνεπείς, δεν θα ήταν τόσο θαυμαστό το να μη εξοργισθεί ο Κύριος, επειδή η συνέπεια των προηγουμένων οφειλετών θα Τον είχε κάνει ημερότερο προς τους ασυνεπείς  που ακολούθησαν• το να φανεί όμως ασυνεπής στις υποχρεώσεις του αυτός πού εισήλθε πρώτος και μολονότι φάνηκε τόσο ασυνεπής, να αντιμετωπιστεί με τόση φιλανθρωπία από τον Κύριό του, αυτό είναι το ιδιαιτέρως θαυμαστό και παράδοξο.
      Διότι οι άνθρωποι,όταν βρουν τούς οφειλέτες τους, χαίρονται τόσο πολύ, σαν να βρήκαν ένα θήραμα και κάνουν τα πάντα για να λάβουν πίσω όλο το χρέος. Και αν δεν  κατορθώσουν να το λάβουν εξαιτίας της φτώχειας των οφειλετών, τότε εκδηλώνουν την οργή τους για τα χρήματα στο ταλαίπωρο σώμα των δυστυχών και άθλιων εκείνων, βασανίζοντας και κτυπώντας το και υποβάλλοντάς το σε αμέτρητα άλλα μαρτύρια. Ο Θεός όμως αντιθέτως, επινόησε και μεταχειρίστηκε όλα τα μέσα για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Διότι σε μας τους ανθρώπους, ο πλούτος είναι το να απαιτήσουμε τα οφειλόμενα, ενώ για τον Θεό, πλούτος είναι το να συγχωρήσει. Εμείς, όταν λάβουμε πίσω τα οφειλόμενα, τότε γινόμαστε ευπορότεροι, ενώ ο Θεός όταν συγχωρήσει τα αμαρτήματα, τότε κυρίως πλουτίζει· διότι πλούτος του Θεού είναι η σωτηρία των ανθρώπων, όπως λέγει ο Παύλος: «ὁ γὰρ αὐτὸς Κύριος πάντων, πλουτῶν εἰς πάντας τοὺς ἐπικαλουμένους  αὐτόν(:ο ίδιος Κύριος είναι Κύριος και Θεός όλων, προσφέροντας πλούσιες τις δωρεές Του σε όλους εκείνους, οι οποίοι Τον επικαλούνται)»[Ρωμ.10,12]
     Αλλά ίσως κάποιος ειπεί: «και πώς Αυτός που θέλει να χαρίσει και να συγχωρήσει τα ανομήματα, διέταξε να τον πωλήσουν;» Αυτό ακριβώς είναι που φανερώνει πάρα πολύ την φιλανθρωπία Του. Όμως ας μη βιαζόμαστε, αλλά ας προχωρούμε με την σειρά στην διήγηση της παραβολής: «Μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι(:επειδή αυτός δεν είχε να ξεπληρώσει) λέγει. Τι σημαίνει «μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι»; Πάλι επίταση της ασυνέπειάς του• επειδή όταν λέγει ότι «δεν μπορούσε να τα επιστρέψει», δεν εννοεί τίποτε άλλο παρά ότι ήταν στερημένος κατορθωμάτων και όλων των αρετών και δεν είχε κανένα έργο αγαθό, για να λογαριασθεί στην απαλλαγή των αμαρτημάτων του. Διότι λογαριάζονται, οπωσδήποτε λογαριάζονται τα κατορθώματα και οι ενάρετές μας πράξεις για την απαλλαγή των αμαρτημάτων μας, όπως και η πίστη λογαριάζεται στη δικαιοσύνη. «τῷ δὲ μὴ ἐργαζομένῳ, πιστεύοντι δὲ ἐπὶ τὸν δικαιοῦντα τὸν ἀσεβῆ, λογίζεται ἡ πίστις αὐτοῦ εἰς δικαιοσύνην(:Σε εκείνον όμως ο οποίος δεν έχει να παρουσιάσει έργα, αλλά πιστεύει στον Θεό, που δίδει δικαίωση και σε αυτόν ακόμη τον ασεβή, εάν μετανοήσει, λαμβάνεται υπ' όψιν η πίστη του αυτή, ώστε να πάρει την δικαίωση εκ μέρους του Θεού)»[Ρωμ.4,5].
    Και τι λέγω για πίστη και κατορθώματα, αφού και οι θλίψεις μας λογαριάζονται για την εξάλειψη των αμαρτημάτων; Και αυτό το φανερώνει ο Χριστός με την παραβολή του Λαζάρου, παρουσιάζοντας τον Αβραάμ να λέγει προς τον πλούσιο ότι ο Λάζαρος απόλαυσε στην ζωή του τα κακά και γι’ αυτό εδώ βρήκε παρηγορία[βλ.Λουκ.16,25: «εἶπε δὲ Ἀβραάμ· τέκνον, μνήσθητι ὅτι ἀπέλαβες σὺ τὰ ἀγαθά σου ἐν τῇ ζωῇ σου, καὶ Λάζαρος ὁμοίως τὰ κακά· νῦν δὲ ὧδε παρακαλεῖται, σὺ δὲ ὀδυνᾶσαι((:Είπε δε ο Αβραάμ: ‘’Τέκνο, θυμήσου ότι εσύ απόλαυσες με το παραπάνω τα αγαθά σου στη ζωή σου και ο Λάζαρος ομοίως δοκίμασε τα κακά της φτώχειας και της ασθένειας. Τώρα όμως αυτός εδώ παρηγορείται και ευφραίνεται για την υπομονή, που έδειξε στον καιρό της θλίψεώς του, εσύ ωστόσο κατά λόγο δικαιοσύνης βασανίζεσαι για την φιλαυτία σου και την σκληρότητα της καρδίας σου’’)».
     Το λέγει επίσης και ο Παύλος, όταν γράφει προς τους Κορινθίους για τον πόρνο ως εξής: «παραδοῦναι τὸν τοιοῦτον τῷ σατανᾷ εἰς ὄλεθρον τῆς σαρκός, ἵνα τὸ πνεῦμα σωθῇ ἐν τῇ ἡμέρᾳ τοῦ Κυρίου Ἰησοῦ(:να παραδώσουμε αυτόν τον άνθρωπο στον σατανά (με την αποκοπή του από της Εκκλησίας), για να τιμωρηθεί και ταλαιπωρηθεί σκληρά το σώμα του και συνέρθει με την παιδαγωγική αυτή τιμωρία, ώστε να σωθεί η ψυχή του κατά την μεγάλη εκείνη ημέρα του Κυρίου ημών Ιησού)»[Α΄Κορ.5,5]. Παρηγορώντας επίσης και άλλους που αμάρτησαν έλεγε τα εξής: «εἰ γὰρ ἑαυτοὺς διεκρίνομεν, οὐκ ἂν ἐκρινόμεθα· κρινόμενοι δὲ ὑπὸ τοῦ Κυρίου παιδευόμεθα, ἵνα μὴ σὺν τῷ κόσμῳ κατακριθῶμεν(:Διότι εάν εξετάζαμε τον εαυτό μας με προσοχή και μετανοούσαμε ειλικρινώς για τα αμαρτήματά μας και έτσι προετοιμασμένοι προσερχόμαστε στο μέγα μυστήριο, δεν θα καταδικαζόμαστε και δεν θα τιμωρούμαστε έτσι από τον Θεό. Τιμωρούμενοι δε τώρα υπό του Κυρίου κατά την δίκαιη Του κρίση, παιδαγωγούμαστε προς μετάνοια και διόρθωση, να μην καταδικαστούμε οριστικώς σε απώλεια μαζί με τον κόσμο της αμαρτίας)»[Α΄Κορ.11,32].
     Και εάν ο πειρασμός και η νόσος και η αδυναμία και ο αφανισμός του σώματος, τα οποία υπομένουμε ακουσίως, χωρίς να τα δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, μας λογαριάζονται για την εξάλειψη της αμαρτίας, πολύ περισσότερο τα κατορθώματα και οι αρετές, τα οποία πραγματοποιούμε εκουσίως και ασκούμε, και με την δική μας προσπάθεια, διότι το θέλουμε εμείς και το επιδιώκουμε.
    Αυτός όμως και στερημένος από κάθε αρετή ήταν, και αφόρητο φορτίο αμαρτημάτων είχε• γι’ αυτό λέγει «μὴ ἔχοντος δὲ αὐτοῦ ἀποδοῦναι ἐκέλευσεν αὐτὸν ὁ κύριος αὐτοῦ πραθῆναι (:επειδή όμως αυτός δεν είχε να ξεπληρώσει το χρέος του, διέταξε ο Κύριος να πωληθεί)• αυτό μας φανερώνει περισσότερο από οτιδήποτε άλλο την φιλανθρωπία του Δεσπότου, ότι και τον κάλεσε να λογοδοτήσει και να πωληθεί διέταξε. Επειδή και τα δύο τα έκαμε ώστε αυτός να μην πωληθεί. Από πού γίνεται αυτό φανερό; Από το τέλος• διότι αν ήθελε να πωληθεί αυτός ο δούλος, ποιος Του το απαγόρευε; Ποιος Τον εμπόδιζε;
   Γιατί λοιπόν διέταξε να πωληθεί, αφού δεν επρόκειτο να το κάνει; Με την απειλή του αύξησε τον φόβο για να τον παρακινήσει σε ικεσία• και τον παρεκίνησε σε ικεσία, για να λάβει από αυτό αφορμή συγχωρήσεως. Βεβαίως μπορούσε και πριν από την παράκληση να τον απαλλάξει από το χρέος, αλλά δεν το έπραξε για να μην πέσει σε χειρότερα. Μπορούσε και πριν από το λογοθέσιο να δώσει τη συγχώρηση, αλλά για να μη γίνει  ωμότερος προς τους συνανθρώπους του, αγνοώντας το πλήθος των δικών του αμαρτημάτων, γι’αυτό τον βοήθησε πρώτα να συνειδητοποιήσει το μέγεθος του χρέους του, και τότε του το χάρισε όλο. Διότι, εάν αφού πρώτα έγινε η λογοδοσία και αποκαλύφθηκε το χρέος και άκουσε την απειλή, και έγινε φανερή η καταδίκη της οποίας ήταν άξιος, φάνηκε τόσο άγριος και σκληρός προς τον σύνδουλό του, σε πόση αγριότητα θα είχε φθάσει, αν τίποτε από αυτά δεν είχε συμβεί; Γι’ αυτό τα έκανε όλα αυτά ο Θεός και τα επιχειρούσε, για να συγκρατήσει και να περιορίσει εκ των προτέρων εκείνη τη σκληρότητα. Εάν όμως με τίποτα από αυτά δεν διορθώθηκε, αίτιος δεν είναι ο διδάσκαλος, αλλά εκείνος που δε δέχθηκε την διόρθωση.
      Ας δούμε όμως πώς προσπαθεί να θεραπεύσει την πληγή. «Πεσὼν οὖν», λέγει, «ὁ δοῦλος προσεκύνει αὐτῷ λέγων· κύριε, μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ πάντα σοι ἀποδώσω (:Έπεσε λοιπόν στα πόδια του Κυρίου του ο δούλος και τον προσκυνούσε λέγοντας: “Κύριε, δείξε επιείκεια και μακροθυμία σε εμένα και όλα όσα σου χρωστώ, θα σου τα ξεπληρώσω”). Και μάλιστα δεν είπε ότι δεν είχε να του τα επιστρέψει• έτσι όμως συνηθίζουν να κάνουν όσοι χρεωστούν• και αν ακόμη δεν μπορούν να επιστρέψουν τίποτε, υπόσχονται, ώστε να απαλλαγούν από τα παρόντα δεινά. Ας ακούσουμε όσοι ραθυμούμε στην προσευχή, πόση είναι η δύναμη των παρακλήσεων. Αυτός δεν επέδειξε νηστεία, ούτε ακτημοσύνη, ούτε τίποτε παρόμοιο, αλλά αν και ήταν έρημος και γυμνός από κάθε αρετή, επειδή μόνο παρεκάλεσε τον Κύριο, κατόρθωσε να Τον παρακινήσει σε ευσπλαχνία. Ας μην κουραζόμαστε λοιπόν ποτέ να Τον παρακαλούμε με την προσευχή μας. Διότι ποιος θα μπορούσε να γίνει αμαρτωλότερος από αυτόν, ο οποίος ήταν υπεύθυνος για τόσα ανομήματα, ενώ κατόρθωμα δεν είχε κανένα, ούτε μικρό, ούτε μεγάλο; Δεν είπε όμως μέσα του «δεν έχω παρρησία, είμαι γεμάτος εντροπή· πώς μπορώ να τον πλησιάσω; πώς μπορώ να παρακαλέσω;», πράγμα που πολλοί επιβαρυμένοι με αμαρτίες το λέγουν, πάσχοντες από διαβολική ευλάβεια. Σου λείπει η παρρησία; Γι’ αυτό πλησίασε, για να αποκτήσεις παρρησία πολλή. Μήπως είναι άνθρωπος αυτός που πρόκειται να συμφιλιωθεί μαζί σου, για να ντραπείς και να κοκκινίσεις; Είναι ο Θεός, που περισσότερο από εσένα θέλει να σε απαλλάξει από τα ανομήματα. Δεν επιθυμείς εσύ τόσο την ασφάλειά σου, όσον Εκείνος ποθεί την σωτηρία σου. Και αυτό μας το δίδαξε με τα ίδια Του τα έργα.
      Δεν έχεις παρρησία; Γι’ αυτό ακριβώς θα μπορέσεις να αποκτήσεις παρρησία, επειδή έχεις αυτήν την αίσθηση• διότι η μεγαλύτερη παρρησία είναι το να μη νομίζεις ότι έχεις παρρησία. Όπως ακριβώς η μεγαλύτερη καταισχύνη είναι το να δικαιώνει κανείς τον εαυτό του ενώπιον του Κυρίου• εκείνος είναι ακάθαρτος, έστω και αν είναι ο αγιότερος από όλους τούς ανθρώπους• όπως ακριβώς δίκαιος γίνεται εκείνος που έπεισε τον εαυτό του ότι είναι ο τελευταίος από όλους. Και μάρτυρες για τα λεγόμενα είναι ο Φαρισαίος και ο Τελώνης. Μην απελπιζόμαστε λοιπόν για τις αμαρτίες μας, ούτε να απογοητευόμαστε, αλλά ας προσερχόμαστε στον Θεό, ας γονατίζουμε ενώπιόν Του, ας παρακαλούμε, καθώς έκαμε και αυτός, αφού μέχρι το σημείο αυτό έδειξε τη καλή του διάθεση. Και το ότι δεν έχασε το θάρρος του, και το ότι δεν απελπίσθηκε, και το ότι ομολόγησε τις αμαρτίες του, και το ότι ζήτησε κάποια αναβολή και παράταση, όλα αυτά είναι καλά και φανερώνουν συντριβή διανοίας και ψυχή ταπεινωμένη. Αυτά πού ακολούθησαν όμως δεν είναι όμοια με τα προηγούμενα. Διότι όσα συγκέντρωσε με την ικεσία, αυτά τα σκόρπισε όλα σε μία στιγμή με την οργή κατά του πλησίον.
     Αλλά ας έλθουμε πρώτα στον τρόπον της συγχωρήσεως• ας δούμε πώς τον απήλλαξαν από το χρέος και από ποια αιτία οδηγήθηκε ο Κύριος σ’ αυτό. «Σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου», λέγει, ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ(:Τότε ο Κύριός του τον σπλαχνίστηκε και τον άφησε ελεύθερο, χαρίζοντάς του μάλιστα και το δάνειο)»[Ματθ.18,27]. Εκείνος ζήτησε αναβολή, αυτός έδωσε συγχώρηση, δηλαδή έλαβε περισσότερο από αυτό που ζήτησε. Γι’ αυτό και ο Παύλος λέγει: «Τῷ δὲ δυναμένῳ ὑπὲρ πάντα ποιῆσαι ὑπερεκπερισσοῦ ὧν αἰτούμεθα ἢ νοοῦμεν, κατὰ τὴν δύναμιν τὴν ἐνεργουμένην ἐν ἡμῖν,»(: στον Θεό, ο οποίος ως παντοδύναμος μπορεί με το παραπάνω να πραγματοποιήσει αυτά, που εμείς ζητούμε ή βάζουμε με τον νου μας, να τα πραγματοποιήσει δε σύμφωνα με την ειδική δύναμή Του, που ενεργεί μέσα μας προς επιτυχία του προορισμού μας)»[Εφ.3,20]. Διότι ούτε να φανταστείς δεν μπορείς τόσα πολλά, όσα Εκείνος είναι έτοιμος να σου δώσει.) Μην ντραπείς λοιπόν, μην κοκκινίσεις• ή μάλλον, να ντρέπεσαι για τις αμαρτίες σου, να μην απελπίζεσαι όμως, ούτε να απομακρυνθείς από την προσευχή, αλλά πλησίασε, έστω και να Του δώσεις την ευκαιρία να επιδείξει την φιλανθρωπία Του με τη συγχώρηση των αμαρτιών σου. Εάν όμως φοβηθείς να Τον πλησιάσεις, τότε εμπόδισες την αγαθότητά Του, συγκράτησες την αφθονία της καλοσύνης Του, όσον βεβαίως εξαρτάται από εσένα.
     Ας μη δειλιάζουμε λοιπόν, ούτε να διστάζουμε στις προσευχές. Επειδή, και αν ακόμη πέσουμε σε αυτό το ίδιο το βάραθρο της κακίας, έχει τη δυνατότητα γρήγορα να μας ανασύρει από εκεί. Κανείς προφανώς δεν έκαμε τόσες αμαρτίες, όσες αυτός ο δούλος της παραβολής• διότι πράγματι διέπραξε κάθε είδος πονηρίας• αυτό φανερώνουν τα μύρια τάλαντα. Κανείς δεν ήταν τόσο έρημος από αρετές όσο αυτός· διότι αυτό σημαίνει ότι δεν είχε να πληρώσει το χρέος του. Αλλά όμως αυτόν που είχε προδοθεί από παντού, μπόρεσε να τον σώσει η δύναμη της προσευχής. «Και έχει τόσο μεγάλη δύναμη η προσευχή», θα ειπεί κάποιος, «ώστε να απαλλάξει από την ποινή και την τιμωρία αυτόν που με έργα και με μύριους τρόπους ήλθε σε σύγκρουση με τον Κύριο;». Ναι, άνθρωπε, τόσο μεγάλες δυνατότητες έχει. Διότι δεν κατορθώνει αυτή μόνη της τα πάντα, αλλά έχει σύμμαχο και πολύ μεγάλο βοηθό την φιλανθρωπία του δεχόμενου την προσευχή Θεού, η οποία και τα κατόρθωσε όλα στην περίπτωση αυτήν, και κατέστησε ισχυρή την προσευχή. Αυτό λοιπόν υπονοούσε όταν έλεγε «σπλαγχνισθεὶς δὲ ὁ κύριος τοῦ δούλου ἐκείνου ἀπέλυσεν αὐτὸν καὶ τὸ δάνειον ἀφῆκεν αὐτῷ(:Αφού λοιπόν τον ευσπλαχνίστηκε τον δούλο Του εκείνον, τον άφησε ελεύθερο και του χάρισε όλο το χρέος)», για να μάθεις ότι μαζί με την προσευχή και πριν από την προσευχή όλα τα έκανε η φιλανθρωπία και η ευσπλαχνία του Κυρίου.
    «Ἐξελθὼν δὲ ὁ δοῦλος ἐκεῖνος εὗρεν ἕνα τῶν συνδούλων αὐτοῦ, ὃς ὤφειλεν αὐτῷ ἑκατὸν δηνάρια, καὶ κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις. (:Όταν όμως βγήκε έξω ο δούλος εκείνος, βρήκε έναν από τους συνδούλους του που του χρώσταγε εκατό δηνάρια, δηλαδή ένα μικρό ποσό. Και  αφού τον σταμάτησε, τον πίεζε σκληρά λέγοντας: ‘’Εξόφλησέ μου ό,τι μου χρωστάς’’)». Άραγε τι θα μπορούσε να υπάρξει αισχρότερο από αυτό; Ενώ η ευεργεσία που ο ίδιος δέχτηκε, ηχούσε ακόμη στην ακοή του, λησμόνησε την φιλανθρωπία και την ευσπλαχνία του Κυρίου. Βλέπεις πόσο μεγάλο αγαθό είναι το να ενθυμείται κανείς τις αμαρτίες του; Διότι και αυτός, εάν τις είχε διαρκώς στη μνήμη του, δεν θα γινόταν τόσο σκληρός και απάνθρωπος. Γι’ αυτό συνεχώς λέγω, και δεν θα παύσω να το λέγω, ότι είναι πάρα πολύ χρήσιμο και αναγκαίο το να κρατούμε διαρκώς στη μνήμη μας όλα μας τα πταίσματα• διότι τίποτε δεν μπορεί να καταστήσει την ψυχή τόσο φιλόσοφη και επιεική και ήπια, όσο η διαρκής μνήμη των αμαρτημάτων. Γι’ αυτό ο Παύλος κρατούσε στη μνήμη του όχι μόνον τα μετά το λουτρό του βαπτίσματος αμαρτήματα, αλλά και αυτά που προηγήθησαν από αυτό, μολονότι βεβαίως είχαν εξαφανισθεί ολοτελώς. Εάν όμως εκείνος κρατούσε στη μνήμη του τα αμαρτήματά του πριν από το βάπτισμα, πόσο μάλλον εμείς πρέπει να μη λησμονούμε όσα έχουμε διαπράξει και μετά το βάπτισμα• διότι με τη διατήρησή τους στη μνήμη μας, όχι μόνο τα εξαφανίζουμε, αλλά και προς όλους τους ανθρώπους θα συμπεριφερόμαστε με περισσότερη επιείκεια, και τον Θεό θα Τον υπηρετήσουμε με μεγαλύτερη αφοσίωση, αφού μαθαίνουμε πολύ καλά και κατανοούμε με την ανάμνησή τους την ανέκφραστη φιλανθρωπία Του.
     Αυτό το πράγμα όμως εκείνος δεν το έκαμε, αλλά ξεχνώντας το μέγεθος των οφειλών του, λησμόνησε και την ευεργεσία. Και αφού λησμόνησε την ευεργεσία, έγινε κακός με τον σύνδουλό του και με την κακία πού έδειξε σ’ εκείνον έχασε όλα όσα κέρδισε από τη φιλανθρωπία του Θεού.«Κρατήσας αὐτὸν ἔπνιγε λέγων· ἀπόδος μοι εἴ τι ὀφείλεις(:Αμέσως τον έπιασε και τον πίεζε κατά τον πλέον σκληρό τρόπο λέγοντας: ‘’Πλήρωσέ μου ό,τι μου χρωστάς’’». Δεν είπε «δώσε μου πίσω τα εκατό δηνάρια που μου χρωστάς», επειδή ντρεπόταν το ασήμαντο του χρέους, αλλά «ό,τι οφείλεις».
    «Πεσὼν οὖν ὁ σύνδουλος αὐτοῦ εἰς τοὺς πόδας αὐτοῦ παρεκάλει αὐτὸν λέγων· μακροθύμησον ἐπ᾿ ἐμοὶ καὶ ἀποδώσω σοι(:Έπεσε τότε ο σύνδουλος εκείνος στα πόδια αυτού και τον παρακαλούσε λέγοντας• Δείξε σε μένα επιείκεια και μακροθυμία και θα σου επιστρέψω τα οφειλόμενα)». Με τα ίδια λόγια, πού βρήκε και εκείνος την συγχώρηση προηγουμένως, με τα ίδια και αυτός αξιώνει να σωθεί. Εκείνος όμως από την υπερβολική του σκληρότητα ούτε με αυτά τα λόγια κάμφθηκε, ούτε σκέφθηκε ότι ο ίδιος με τα λόγια αυτά σώθηκε. Και όμως, και αν ακόμη τον συγχωρούσε, ούτε έτσι θα ήταν εκδήλωση φιλανθρωπίας και ευσπλαχνίας, αλλά απλώς οφειλή και χρέος. Διότι εάν το έκανε αυτό πριν γίνει η λογοδοσία και πριν ληφθεί εκείνη η απόφαση και απολαύσει τόσο μεγάλη ευεργεσία, το γεγονός θα μπορούσε να αποδοθεί στη δική του μεγαλοψυχία. Τώρα όμως, μετά από τόσο μεγάλη δωρεά και άφεση τόσων πολλών αμαρτημάτων, ήταν πλέον υποχρεωμένος να φερθεί στον σύνδουλό του με ανεξικακία, σαν κάποια αναγκαία οφειλή. Αλλά όμως ούτε αυτό έκαμε, ούτε σκέφθηκε πόση ήταν η διαφορά της αφέσεως την οποία και αυτός απήλαυσε και που έπρεπε να δείξει στο σύνδουλό του. Διότι όχι μόνο στο ποσό των οφειλών, ούτε στο αξίωμα και το κύρος των προσώπων, αλλά και σε αυτόν τον ίδιο τον τρόπο θα μπορούσε κανείς να δει μεγάλη διαφορά. Επειδή εκείνα μεν ήσαν δέκα χιλιάδες τάλαντα, ενώ αυτά ήσαν μονάχα εκατό δηνάρια. Και αυτός μεν που όφειλε και του χαρίστηκαν τα δέκα χιλιάδες τάλαντα, προσέβαλε και αυθαδίασε εμπρός στον Κύριο του, ενώ ο οφειλέτης των εκατό δηναρίων αμάρτησε προς έναν σύνδουλό του• αυτός επομένως, αφού είχε ευεργετηθεί, είχε υποχρέωση να χαρίσει και αυτός το χρέος στον σύνδουλό του• ενώ ο Κύριος τον είχε απαλλάξει από όλο το χρέος χωρίς να δει να γίνεται εκ μέρους του κάποιο μικρό ή μεγάλο αγαθό.
   Δεν έβαλε όμως τίποτε από αυτά στο νου του, αλλά εντελώς τυφλωμένος από την οργή τον έπιασε από το λαιμό και τον έκλεισε στην φυλακή. Βλέποντας αυτά όμως οι σύνδουλοί του, λέγει η Γραφή, αγανάκτησαν• και τον καταδικάζουν πριν από τον Κύριο οι σύνδουλοι, για να μάθεις πόσο ήμερος είναι ο Κύριος. Όταν ο Κύριός του τα άκουσε αυτά, τον κάλεσε και λογαριάζεται πάλι μαζί του, και δεν αποφασίζει έτσι απλώς την καταδίκη, αλλά προηγουμένως δικαιολογείται. Και τι λέγει; «Δοῦλε πονηρέ, πᾶσαν τὴν ὀφειλὴν ἐκείνην ἀφῆκά σοι, ἐπεὶ παρεκάλεσάς με (:Δούλε πονηρέ, όλο το τεράστιο εκείνο χρέος σού το χάρισα, διότι με παρεκάλεσες)».
   Ποιος θα μπορούσε να δείξει μεγαλύτερη καλοσύνη από αυτήν του Κυρίου; Όταν του όφειλε τα μύρια τάλαντα, ούτε καν με λόγο τον λύπησε, ούτε πονηρό τον απεκάλεσε, αλλά μόνο διέταξε να πωληθεί• και αυτό, για να τον απαλλάξει από τα χρέη. Όταν όμως έγινε κακός στον σύνδουλό του, τότε οργίζεται και θυμώνει• για να μάθεις ότι ευκολότερα συγχωρεί τα αμαρτήματα που έγιναν απέναντι σε Αυτόν, παρά αυτά πού έγιναν στους συνανθρώπους μας. Και δεν το κάνει μόνο εδώ αυτό, αλλά και σε άλλη περίπτωση. «Ἐὰν οὖν προσφέρῃς τὸ δῶρόν σου ἐπὶ τὸ θυσιαστήριον κἀκεῖ μνησθῇς ὅτι ὁ ἀδελφός σου ἔχει τι κατὰ σοῦ», λέγει, «ἄφες ἐκεῖ τὸ δῶρόν σου ἔμπροσθεν τοῦ θυσιαστηρίου, καὶ ὕπαγε πρῶτον διαλλάγηθι τῷ ἀδελφῷ σου, καὶ τότε ἐλθὼν πρόσφερε τὸ δῶρόν σου(:Εάν λοιπόν προσφέρεις το δώρο σου στο θυσιαστήριο και εκεί ενθυμηθείς ότι ο αδελφός σου έχει κάτι ενάντιόν σου εξαιτίας της άδικης και απρεπούς συμπεριφοράς σου, άφησε εκεί το δώρο σου εμπρός στο θυσιαστήριο και πήγαινε πρώτα συμφιλιώσου με τον αδελφό σου και έπειτα έλα να προσφέρεις το δώρο σου στον Θεό)»[Ματθ.5,23-24]. Βλέπεις πως προτιμά παντού τα δικά μας από τα δικά Του και δεν θεωρεί τίποτε ανώτερο από την ειρήνη και την αγάπη προς τον συνάνθρωπο;
    Και αλλού πάλι: «ὃς ἂν ἀπολύσῃ τὴν γυναῖκα αὐτοῦ παρεκτὸς λόγου πορνείας, ποιεῖ αὐτὴν μοιχᾶσθαι(:όποιος χωρίσει την γυναίκα του χωρίς την αιτία της μοιχείας, την σπρώχνει στη μοιχεία (διότι μοιχεία είναι πλέον, εάν αυτή έλθει σε νέο γάμο, εφόσον ζει ο πρώτος της άντρας)»[Ματθ.5,32]. Και με τον Παύλο νομοθέτησε έτσι: «εἴ τις ἀδελφὸς γυναῖκα ἔχει ἄπιστον, καὶ αὐτὴ συνευδοκεῖ οἰκεῖν μετ᾿ αὐτοῦ, μὴ ἀφιέτω αὐτήν(:Στους υπόλοιπους εγγάμους, εγώ ως απόστολος του Κυρίου, και όχι κατευθείαν ο Κύριος, λέγω: εάν κανένας αδελφός Χριστιανός έχει γυναίκα άπιστη, που την έλαβε ως σύζυγο, πριν και αυτός πιστέψει, και αυτή συγκατατίθεται πρόθυμα να κατοικεί μαζί του, ας μην την αποπέμπει)»[Α΄Κορ.7,12]. «Εάν πορνεύσει», λέγει, «να την διώξεις, εάν όμως είναι άπιστη απέναντι σε εμένα τον Θεό, μην την διώξεις• εάν δηλαδή αμαρτήσει σε εσένα, χώρισε την• εάν αμαρτήσει σε Εμένα, κράτησε την».
    Έτσι και εδώ όταν αμάρτησε τόσο πολύ απέναντι σε Αυτόν, τον συγχώρησε• όταν όμως αμάρτησε στον σύνδουλό του με λιγότερα και μικρότερα αμαρτήματα από αυτά που αμάρτησε στον Κύριό του, δεν τον συγχώρησε, αλλά τον τιμώρησε αυστηρά. Και εδώ μεν τον απεκάλεσε πονηρό, ενώ εκεί ούτε καν με λόγια δεν τον λύπησε. Γι’ αυτό και εδώ προστίθεται και τούτο, ότι οργίστηκε και τον παρέδωσε στους βασανιστές• ενώ όταν του ζητούσε να απολογηθεί για τα μύρια τάλαντα, τίποτε παρόμοιο δεν πρόσθεσε, για να μάθεις ότι εκείνη μεν η απόφαση δεν ήταν αποτέλεσμα οργής, αλλά φροντίδας που απέβλεπε στη συγχώρηση• αυτή λοιπόν η προς τον σύνδουλό του αμαρτία ήταν που τον εξόργισε τόσο πολύ.
   Άραγε τι θα μπορούσε λοιπόν να υπάρξει χειρότερο από την μνησικακία, αφού ανακαλεί και την ήδη αποφασισμένη φιλανθρωπία του Θεού, και αυτό που δεν κατόρθωσαν να προκαλέσουν τα αμαρτήματα, αυτό κατορθώνει να το προκαλέσει η οργή για την αδικία σε βάρος του πλησίον; Μολονότι έχει γραφτεί ότι «ἀμεταμέλητα γὰρ τὰ χαρίσματα καὶ ἡ κλῆσις τοῦ Θεοῦ(:Διότι ο Θεός, όταν δίνει τα χαρίσματα και όταν εκλέγει και καλεί ως αλάθητος και πάνσοφος που είναι, δεν κάνει λάθος και είναι γι' αυτό τα χαρίσματά Του αμετάκλητα και αμετακίνητα)»[Ρωμ.11,29]. Πώς λοιπόν εδώ μετά την ανακοίνωση της δωρεάς, μετά την εκδήλωση της φιλανθρωπίας, ανεκλήθη πάλι η απόφαση; Εξαιτίας της μνησικακίας• ώστε δε θα έσφαλλε κάποιος αν ονόμαζε αυτή πιο φοβερή από κάθε αμαρτία• διότι όλες οι άλλες κατέστη δυνατόν να βρουν συγχώρηση, ενώ αυτή όχι μόνον δεν μπόρεσε να επιτύχει συγνώμη, αλλά και τις άλλες, που είχαν αφανισθεί ολότελα, τις ανανέωσε πάλι.
    Ώστε η μνησικακία είναι διπλό κακό, διότι και καμία απολογία δεν έχει ενώπιον του Θεού, και τα υπόλοιπα αμαρτήματα μας, και αν ακόμη συγχωρηθούν, πάλι τα ανακαλεί και τα στρέφει εναντίον μας• πράγμα το οποίο έκανε και εδώ στην προκειμένη περίπτωση. Επειδή τίποτε, τίποτε δεν μισεί και δεν αποστρέφεται τόσο ο Θεός, όσο έναν άνθρωπο που είναι μνησίκακος και διατηρεί την οργή του. Αυτό μας το έδειξε εδώ ιδιαιτέρως, αλλά και στην προσευχή που μας παρέδωσε παρήγγειλε να λέγουμε έτσι: «καὶ ἄφες ἡμῖν τὰ ὀφειλήματα ἡμῶν, ὡς καὶ ἡμεῖς ἀφίεμεν τοῖς ὀφειλέταις ἡμῶν(:Και συγχώρησε τα βαρύτατα χρέη μας, δηλαδή τις αναρίθμητες αμαρτίες μας, όπως και εμείς συγχωρούμε εκείνους, οι οποίοι είναι οφειλέτες απέναντί μας εξαιτίας των αδικημάτων που μας έκαμαν)»[Ματθ.6,12].
   Γνωρίζοντας λοιπόν όλα αυτά, και αφού γράψουμε την παραβολή αυτή στις καρδιές μας, όταν έλθουν στον νου μας όσα έχουμε πάθει από τους συνδούλους μας, ας αναλογισθούμε και αυτά που και εμείς έχουμε κάνει στον Κύριο• και με τον φόβο των δικών μας αμαρτημάτων, θα μπορέσουμε να απομακρύνουμε γρήγορα τον θυμό για τα ξένα παραπτώματα. Εάν πρέπει να ενθυμούμαστε αμαρτήματα, μόνον τα δικά μας πρέπει να ενθυμούμαστε. Διότι εάν κρατήσουμε στη μνήμη τα δικά μας, ποτέ δεν θα δώσουμε σημασία στα ξένα• όπως ακριβώς εάν λησμονήσουμε τα δικά μας, εύκολα εκείνα θα εισχωρήσουν στους λογισμούς μας. Πράγματι, και αυτός εάν είχε κρατήσει στη μνήμη του τα μύρια τάλαντα, δε θα θυμόταν τα εκατό δηνάρια• επειδή όμως τα λησμόνησε εκείνα, γι’ αυτό έπιασε από το λαιμό τον συνδούλο του, και θέλοντας να απαιτήσει τα ολίγα, ούτε αυτό επέτυχε, αλλά επέσυρε στην κεφαλή του και τον όγκο των μυρίων ταλάντων.
     Γι’ αυτό θα τολμούσα να ειπώ ότι η μνησικακία είναι η φοβερότερη από όλες τις αμαρτίες• ή μάλλον δεν το λέγω αυτό εγώ, αλλά ο Χριστός το φανέρωσε με την παραβολή αυτή. Διότι αν δεν ήταν φοβερότερη από μύρια τάλαντα, εννοώ από τα αναρίθμητα αμαρτήματα, δε θα ανακαλούσε εξαιτίας της και εκείνα. Τίποτε λοιπόν ας μη φροντίζομε τόσο, όσο το να καθαριζόμαστε από την οργή και το να συμφιλιωνόμαστε προς εκείνους που είναι δυσαρεστημένοι μαζί μας, γνωρίζοντας πως ούτε η κοινωνία των Αχράντων Μυστηρίων, ούτε τίποτε άλλο από αυτά, θα μπορέσει να μας βοηθήσει εκείνη την ημέρα. Όπως πάλι εάν νικήσουμε αυτήν την αμαρτία, έστω και αν έχουμε μύρια πλημμελήματα, θα μπορέσουμε να επιτύχουμε κάποια συγνώμη. Και δεν είναι δικός μας ο λόγος, αλλά του ίδιου του Θεού, ο οποίος πρόκειται να μας κρίνει. Διότι όπως είπε εδώ, ότι «Οὕτω καὶ ὁ πατήρ μου ὁ ἐπουράνιος ποιήσει ὑμῖν, ἐὰν μὴ ἀφῆτε ἕκαστος τῷ ἀδελφῷ αὐτοῦ ἀπὸ τῶν καρδιῶν ὑμῶν τὰ παραπτώματα αὐτῶν»[Ματθ.18,35], έτσι και αλλού λέγει: «Ἐὰν γὰρ ἀφῆτε τοῖς ἀνθρώποις τὰ παραπτώματα αὐτῶν, ἀφήσει καὶ ὑμῖν ὁ πατὴρ ὑμῶν ὁ οὐράνιος(:Εάν όμως δεν δώσετε συγχώρηση στους ανθρώπους για τα αμαρτήματά τους, τότε ούτε ο ουράνιος Πατέρας σας θα συγχωρήσει τις δικές σας αμαρτίες)»[Ματθ.6,15].
     Για να έχουμε λοιπόν και εδώ γαλήνια και ήρεμη ζωή και εκεί να επιτύχουμε συγχώρηση και άφεση, ας προσπαθούμε και ας φροντίζουμε να συμφιλιωνόμαστε με όσους εχθρούς έχουμε• διότι έτσι και τον Κύριό μας θα συμφιλιώσουμε μαζί μας, και τα μέλλοντα αγαθά θα επιτύχουμε, των οποίων είθε όλοι να αξιωθούμε με τη χάρη και τη φιλανθρωπία του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και το κράτος στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ:
•    https://greekdownloads3.files.wordpress.com/2014/08/de-decem-millium-talentorum-debitore.pdf
•    Αγ. Ιωάννου Χρυσοστόμου Άπαντα τα έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς»(ΕΠΕ), εκδ. οίκος «Το Βυζάντιον», Θεσσαλονίκη 1986, τόμος 26, σελίδες 18-35.
•    Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 30, σελ. 85-104 (ή: 40 -50 του PDF) .
[https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLaE1Ebm03Wk83Mk0/view]
•    http://www.greek-language.gr/digitalResources/ancient_greek/tools/liddell-scott/index.html
•    Π. Τρεμπέλα, Η Καινή Διαθήκη με σύντομη ερμηνεία (απόδοση στην κοινή νεοελληνική), εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Ο Σωτήρ», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2014.
•    Η Καινή Διαθήκη, Κείμενον και ερμηνευτική απόδοσις υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τριακοστή τρίτη, Αθήνα 2009.
•    Η Παλαιά Διαθήκη κατά τους εβδομήκοντα, Κείμενον και σύντομος απόδοσις του νοήματος υπό Ιωάννου Κολιτσάρα, εκδόσεις αδελφότητος θεολόγων «Η Ζωή», έκδοση τέταρτη, Αθήνα 2005.
•    http://users.sch.gr/aiasgr/Palaia_Diathikh/Biblia/Palaia_Diathikh.htm
•    http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Biblia/Kainh_Diathikh.htm