ΕΡΜΗΝΕΥΤΙΚΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗΣ ΠΕΡΙΚΟΠΗΣ από Ιω. Κολιτσάρα



   
«   Όταν λοιπόν επέστρεψε ο Ιησούς, Τον υποδέχθηκε με ενθουσιασμό ο λαός, διότι όλοι Τον περίμεναν. Και ιδού, ήλθε κάποιος άνθρωπος, που το όνομά του ήταν Ιάειρος, ο οποίος ήταν και  άρχοντας της συναγωγής. Και αφού έπεσε στα πόδια του Ιησού, Τον παρακαλούσε να μεταβεί στο σπίτι του, διότι η μονογενής κόρη, την οποία είχε, δώδεκα περίπου ετών, ήταν ετοιμοθάνατη. Καθώς δε ο Ιησούς πήγαινε στο σπίτι του Ιαείρου, τα πλήθη Τον πίεζαν με τον συνωστισμό τους. Και μια γυναίκα, που από δώδεκα έτη υπέφερε από αιμορραγία και η οποία είχε ξοδέψει όλη την περιουσία της σε ιατρούς, χωρίς να μπορέσει να θεραπευθεί  από κανένα, πλησίασε πίσω από τον Ιησού, άγγισε την άκρη από το ιμάτιό Του και αμέσως σταμάτησε η αιμορραγία της. Και είπε ο Ιησούς• “Ποιος είναι αυτός, που με άγγιξε;” Επειδή δε όλοι αρνούνταν, είπε ο Πέτρος και οι μαθητές που ήσαν μαζί Του: “Διδάσκαλε, τα πλήθη σε συνθλίβουν και σε πιέζουν ολόγυρα και συ λέγεις ‘’ποιος με άγγιξε’’; ”Ο δε Ιησούς είπε: “Κάποιος με άγγιξε· διότι εγώ κατάλαβα ότι κάποια δύναμη θαυματουργική βγήκε από εμένα”. Η δε γυναίκα, όταν είδε ότι δεν ξέφυγε από την προσοχή του Ιησού, τρέμουσα από φόβο και ευλάβεια ήλθε, έπεσε γονατιστή εμπρός Του και διηγήθηκε σε Αυτόν και εμπρός σε όλο το πλήθος την αιτία, για την οποία Τον άγγιξε, όπως επίσης και το γεγονός ότι θεραπεύτηκε αμέσως. Ο δε Ιησούς της είπε• “ Έχε θάρρος, κόρη μου, η πίστη σου σε έχει σώσει• πήγαινε ειρηνική και χαρούμενη, χωρίς την ανησυχία και την θλίψη που είχες προηγουμένως από την ασθένειά σου”. Ενώ δε Αυτός ακόμη μιλούσε, έρχεται κάποιος από το σπίτι του αρχισυναγώγου λέγοντάς του: “Πέθανε η κόρη σου, μην ενοχλείς και μη βάζεις σε κόπο τον διδάσκαλο”. Ο Ιησούς όμως, όταν άκουσε την είδηση, είπε στον αρχισυνάγωγο• “μη φοβάσαι, μόνο πίστευε και θα σωθεί η κόρη σου”. Όταν δε ήλθε στο σπίτι, δεν άφησε κανένα να μπει, παρά μόνον τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τον Ιάκωβο και τον πατέρα της κόρης και την μητέρα .Έκλαιγαν δε όλοι και οδυρόμενοι χτυπούσαν τις κεφαλές και τα στήθη τους για την νεκρή. Ο δε Ιησούς είπε• “μην κλαίτε• δεν απέθανε, αλλά κοιμάται”. Και Τον περιγελούσαν, διότι ήξεραν καλά ότι το κορίτσι είχε πεθάνει. Αυτός όμως τους έβγαλε όλους έξω, έπιασε το χέρι της και εφώναξε λέγοντας: “Κόρη, σήκω επάνω”. Και αμέσως η ψυχή της επέστρεψε στο σώμα και αναστήθηκε• και ο Ιησούς διέταξε να της δώσουν να φάει, για να αναλάβει τελείως από την εξάντληση της ασθενείας που την οδήγησε στον θάνατο. Και έμειναν εκστατικοί και κατάπληκτοι οι γονείς της. Ο δε Ιησούς παρήγγειλε σε αυτούς να μην πουν σε κανένα το γεγονός.»
ΠΗΓΗ: http://users.sch.gr/aiasgr/Kainh_Diathikh/Kata_Loukan_Euaggelio/Kata_Loukan_Euaggelio_kef.8.htm#H_anastash_ths_korhs_tou_Iaeirou
Αποσπάσματα από την ομιλία ΛΑ΄ του αγίου Ιωάννου, Αρχιεπισκόπου Κωνσταντινουπόλεως του Χρυσοστόμου, σχετικά με την ευαγγελική περικοπή για την ανάσταση της κόρης του Ιαείρου και τη θεραπεία της αιμορροούσης γυναικός (από το «Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιο»)
   «Ενώ λοιπόν τους έλεγε αυτά, ιδού κάποιος άρχοντας, αφού εισήλθε στον οίκο όπου ήταν ο Χριστός, Τον προσκυνούσε και του έλεγε·  η κόρη μου μόλις προ ολίγου πέθανε· έλα όμως και θέσε το χέρι Σου επάνω της και είμαι βέβαιος ότι θα ζήσει».(Ματθ.9,18)
     Τα λόγια τα πρόφτασαν τα έργα, ώστε ακόμη περισσότερο να αποστομωθούν οι Φαρισαίοι· διότι αυτός που ήρθε ήταν αρχισυνάγωγος και το πένθος του ήταν βαρύ· επειδή το είχε μονάκριβο το παιδί και είχε γίνει δώδεκα χρονών, δηλαδή αυτό βρισκόταν στο άνθος της ηλικίας του· αυτό λοιπόν το ανέστησε ευθέως ο Κύριος. Εάν όμως ο ευαγγελιστής Λουκάς λέει ότι απεσταλμένοι από την οικία του αρχισυνάγωγου «ήλθαν λέγοντας ‘’Μην ταλαιπωρείς τον διδάσκαλο, διότι το παιδί έχει πεθάνει’’», ερμηνεύουμε ως εξής, ότι η φράση «Η κόρη μου πριν λίγο πέθανε» που είπε ο Ιάειρος, όπως μας αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, προήλθε από τις σκέψεις που έκανε ο αρχισυνάγωγος, ενώ βάδιζε προς τον Ιησού ή ότι Του το είπε για να παρουσιάσει με δραματικότερο τρόπο την συμφορά του· διότι είναι συνήθεια σε εκείνους που παρακαλούν και ζητούν κάτι, να μεγαλοποιούν με τα λόγια τα βάσανά τους και να λένε κάτι παραπάνω από την πραγματική τους κατάσταση, με σκοπό να αποσπάσουν μεγαλύτερη την συμπάθεια από εκείνους που ικετεύουν. Πρόσεξε επίσης το ασθενές της πίστεως αυτού του ανθρώπου. Διότι απαιτεί δύο πράγματα από τον Χριστό, και να πάει στο σπίτι του και να βάλει το χέρι Του επάνω στο παιδί, κάτι που αποδεικνύει ότι πριν την αφήσει και φύγει, η μικρή κοπέλα ανέπνεε ακόμη. Και βέβαια όσοι έχουν ασθενή πίστη έχουν ανάγκη και από την προσωπική παρουσία και από τα αισθητά πράγματα.
  Και ο μεν ευαγγελιστής Μάρκος λέει ότι πήρε μαζί Του τους τρεις μαθητές, καθώς επίσης και ο Λουκάς·  ο Ματθαίος όμως λέει απλώς ότι ο Ιησούς πήρε μαζί Του τους μαθητές Του. Για ποιον λόγο, όμως, δεν πήρε μαζί Του και τον Ματθαίο, αν και βέβαια προ ολίγου είχε προσέλθει στην ομάδα των μαθητών Του; Ίσως για να του αυξήσει την επιθυμία Του και επειδή ακόμη βρισκόταν σε πνευματική ατέλεια. Γι’ αυτό λοιπόν τιμά τους τρεις εκείνους μαθητές, για να προσπαθήσουν και οι άλλοι να γίνουν όπως εκείνοι. Προς το παρόν ήταν αρκετό να δει τα όσα συνέβησαν με την αιμορροούσα και να τιμηθεί με την συμμετοχή του στο τραπέζι και να συμπεριληφθεί στον κύκλο των μαθητών Του.
   Όταν σηκώθηκε Τον ακολουθούσαν πολλοί, με την ιδέα ότι μετέβαινε για πολύ μεγάλο θαύμα και εξαιτίας του προσώπου που προσήλθε και Τον κάλεσε, και επειδή οι περισσότεροι που πνευματικώς είναι ανώριμοι, δεν φρόντιζαν τόσο για την ψυχή τους, όσο για τη θεραπεία του σώματος. Και συνέρρεαν, άλλοι μεν παρακινούμενοι από τις δικές τους ασθένειες, άλλοι δε επειδή επιθυμούσαν να δουν τη θεραπεία των άλλων που έπασχαν· αρχικώς δηλαδή ήταν λίγοι εκείνοι που πήγαιναν συχνά κοντά Του, για να ακούσουν τους λόγους Του και την διδασκαλία Του. Ωστόσο βέβαια δεν τους επέτρεψε να εισέλθουν στην οικία, αλλά μόνο στους μαθητές, και αυτούς όχι όλους, διότι ήθελε να μας διδάξει να αποφεύγουμε πάντοτε την δόξα που προέρχεται από τους ανθρώπους.
    Γράφει ο Ευαγγελιστής: «Μια γυναίκα που δώδεκα χρόνια έπασχε από αιμορραγία, ήρθε πίσω Του και άγγιξε την άκρη του ενδύματός Του· διότι έλεγε  μέσα της: ‘’και μόνο αν αγγίξω το ένδυμά Του, θα θεραπευθώ’’».
     Για ποιο λόγο όμως δεν Τον πλησίασε θαρρετά; Ντρεπόταν για την αρρώστια της, νομίζοντας πως είναι ακάθαρτη.  Γιατί αν η γυναίκα που έχει τα έμμηνά της νόμιζε πως δεν είναι καθαρή, πολύ περισσότερο θα είχε αυτήν την εντύπωση όποια έπασχε από τέτοια αρρώστια. Επειδή πραγματικά θεωρούνταν από τον μωσαϊκό Νόμο μεγάλη ακαθαρσία η ασθένεια αυτή. Γι’ αυτό και προσπαθεί να κρυφτεί και να μη γίνει αντιληπτή· διότι ούτε και αυτή δεν είχε ακόμη την πρέπουσα και ολοκληρωμένη αντίληψη για τον Χριστό, αλλιώς δε θα πίστευε πως θα περνούσε απαρατήρητη. Έτσι πλησιάζει πρώτη αυτή η γυναίκα δημόσια τον Κύριο: είχε ακούσει ότι θεραπεύει και γυναίκες, και ότι πηγαίνει προς το κορίτσι που είχε πεθάνει.  Στο σπίτι της βέβαια δεν τόλμησε να Τον καλέσει, μολονότι ήταν εύπορη, ούτε πάλι ήρθε κοντά Του φανερά, μόνο κρυφά  άγγιξε με πίστη τα ρούχα Του.  Διότι ούτε είχε αμφιβολία, ούτε  είπε  μέσα  της· «Θα  απαλλαγώ  άραγε από την αρρώστια; Μήπως δε  θα απαλλαγώ;», αλλά έχοντας βέβαιη την ελπίδα για την αποκατάσταση της υγείας της, Τον πλησίασε με αυτόν τον τρόπο. «Έλεγε μέσα της», διηγείται  ο Ευαγγελιστής·  «Και μόνο ν’ αγγίξω το ένδυμά  Του, θα σωθώ από την ασθένειά μου.»  Είδε βέβαια από ποια οικία είχε βγει ο Ιησούς, δηλαδή των τελωνών, και ποιοι ήταν αυτοί που Τον ακολουθούσαν, δηλαδή οι αμαρτωλοί και οι τελώνες·  και όλα αυτά βέβαια την γέμισαν με ελπίδες.
  Πώς ενήργησε λοιπόν ο Χριστός; Δεν την άφησε να  μείνει απαρατήρητη, αλλά τη φέρνει στο επίκεντρο και την αποκαλύπτει σε όλους, για πολλούς λόγους. Αν και μερικοί από τους πνευματικά αναίσθητους ισχυρίζονται ότι το έκανε αυτό επειδή ποθούσε την δόξα. Διότι για ποιο λόγο, λένε, δεν την άφησε να περάσει απαρατήρητη; Τι είναι αυτό που λες, μιαρέ κα μάλιστα μιαρότατε άνθρωπε; Αυτός που δίνει εντολή να σιωπούν οι θεραπευόμενοι απ’ Αυτόν, Αυτός που αφήνει μύρια θαύματα να περνούν απαρατήρητα, Αυτός επιθυμεί την δόξα; Επομένως, για ποιο λόγο την οδηγεί στο μέσο του πλήθους,αποκαλύπτοντας τη θεραπεία της; Κατά πρώτον, διαλύει τον φόβο της γυναίκας για να μη ζει πλέον με αγωνία, πιεζόμενη από τις τύψεις της συνειδήσεώς της, επειδή πιθανό να είχε την εντύπωση ότι κατά κάποιο τρόπο είχε υφαρπάξει την δωρεά. Δεύτερον, διορθώνει τη σκέψη της, επειδή νόμισε ότι διέφυγε την προσοχή Του. Τρίτον αποκαλύπτει σε όλους την πίστη της, ώστε οι άλλοι να τη μιμηθούν· και το ότι όμως σταμάτησε τις πηγές της αιμορραγίας δεν ήταν μικρότερο θαύμα από το ότι απέδειξε ότι τα γνωρίζει όλα. Έπειτα τον αρχισυνάγωγο, ο οποίος επρόκειτο να ολιγοπιστήσει και να καταστρέψει έτσι τα πάντα, τον συγκρατεί στην πίστη του μέσω της γυναικός. Καθόσον αυτοί που ήλθαν από την οικία του έλεγαν: «μην ταλαιπωρείς τον διδάσκαλο, διότι πέθανε η κόρη σου»· και οι ευρισκόμενοι στο σπίτι του αρχισυναγώγου, περιγελούσαν τον Ιησού όταν είπε ότι κοιμάται η κόρη. Ήταν λοιπόν φυσικό και ο πατέρας να έχει πάθει κάτι παρόμοιο.
    Γι’ αυτό, για να προφθάσει αυτήν την ενδεχόμενη αδυναμία, φέρνει στο επίκεντρο της προσοχής του πλήθους την γυναίκα εκείνη. Για να πεισθείς βέβαια ότι  ο αρχισυνάγωγος ήταν ανάμεσα στους πάρα πολύ ανώριμους πνευματικά, άκουσε τι λέει ο Κύριος προς αυτόν: «Μη φοβάσαι, εσύ μόνο πίστευε και θα σωθεί»· καθόσον σκόπιμα περίμενε ο Ιησούς να επέλθει ο θάνατος και μετά να μεταβεί εκεί, ώστε να γίνει σαφής η απόδειξη της αναστάσεώς της. Γι’ αυτό και βαδίζει κάπως αργά και παρατείνει τη συνομιλία Του με την γυναίκα, για ν’ αφήσει χρόνο να πεθάνει στο μεταξύ το κορίτσι και να προσέλθουν αυτοί που θα ανακοίνωναν τα συμβάντα και να πουν :«Μην βάζεις πλέον σε κόπο και ενόχληση τον Διδάσκαλο». Αυτό λοιπόν και ο Ευαγγελιστής Ματθαίος υπονοεί και το επισημαίνει λέγοντας· «Ενώ ο Ιησούς μιλούσε ακόμα, ήρθαν οι απεσταλμένοι από την οικία του αρχισυναγώγου, λέγοντας ‘’Πέθανε η κόρη σου, μη βάζεις στον κόπο τον Διδάσκαλο’’.» Ήθελε να διαπιστωθεί ο θάνατος, για να μη θεωρηθεί ύποπτη και αμφισβητηθεί η ανάστασή της. Και αυτό το κάνει σε κάθε παρόμοια περίπτωση. Έτσι και στον Λάζαρο καθυστέρησε και μία και δύο και τρεις μέρες. Για όλους λοιπόν αυτούς τους λόγους οδηγεί την αιμορροούσα στο επίκεντρο της προσοχής του πλήθους και λέει· «Έχε θάρρος, κόρη μου»· όπως ακριβώς έλεγε και στον παράλυτο· «έχε θάρρος, παιδί μου». Πράγματι δε η γυναίκα ήταν γεμάτη από φόβο και γι’ αυτό της λέει « έχε θάρρος» και την ονομάζει ‘’θυγατέρα’’ ,επειδή η πίστη της την έκανε κόρη  Του. Έπειτα ακολουθεί και το εγκώμιο : «Η πίστη σου σε έχει σώσει».
     Ο ευαγγελιστής Λουκάς όμως μας δίνει και άλλες περισσότερες λεπτομέρειες για την γυναίκα αυτή. Όταν δηλαδή, λέγει, πλησίασε τον Ιησού και θεραπεύθηκε, ο Χριστός δεν την κάλεσε αμέσως, αλλά προηγουμένως είπε· «Ποιος είναι εκείνος που με άγγιξε;». Έπειτα, όταν ο Πέτρος και οι άλλοι μαθητές Του έλεγαν : «Διδάσκαλε, τα πλήθη του λαού Σε περικύκλωσαν και Σε πιέζουν· και Συ λέγεις: ‘’Ποιος με άγγιξε;’’»(το γεγονός αυτό είναι μέγιστη απόδειξη ότι ο Ιησούς είχε σώμα πραγματικό και ότι δεν είχε την παραμικρή υπερηφάνεια, διότι τα πλήθη δεν Τον ακολουθούσαν εξ αποστάσεως, αλλά Τον περιέβαλλαν από κοντά και Τον συνέθλιβαν από παντού)· Αυτός, λέγει ο Λουκάς, επέμενε λέγοντας ότι «Κάποιος με άγγιξε· διότι εγώ αντιλήφθηκα ότι εξήλθε από εμένα κάποια δύναμη θαυματουργική». Έτσι έδωσε πιο χειροπιαστή απάντηση στην καχυποψία των πιο δύσπιστων από τους ακροατές. Αυτά τα έλεγε, επίσης, για να πείσει την γυναίκα να ομολογήσει μόνη της την πράξη της. Γι’ αυτό, άλλωστε, δεν την έλεγξε αμέσως, ώστε αφού αποδείξει ότι γνωρίζει τα πάντα με σαφήνεια, να την πείσει από μόνη της να τα αποκαλύψει όλα και να την προετοιμάσει να διακηρύξει το θαύμα που επιτελέσθηκε και να μην κινήσει υποψίες εάν το ανακοίνωνε ο Ίδιος.
     Είδες ότι η γυναίκα αποδείχτηκε ανώτερη στην πίστη από τον αρχισυνάγωγο; Δεν έπιασε, δεν κράτησε τον Ιησού, αλλά απλώς Τον άγγιξε με τα άκρα των δακτύλων της, και, αν και ήλθε τελευταία, έφυγε πρώτη, αφού θεραπεύθηκε. Και εκείνος μεν οδηγούσε όλο τον ιατρό στο σπίτι του, ενώ σε αυτήν αποδείχθηκε αρκετή η απλή επαφή και μόνο. Πραγματικά, μολονότι ήταν συνδεδεμένη μόνιμα και υπέφερε πολλά χρόνια από την ασθένειά της, παρά ταύτα η πίστη της τής αναπτέρωνε το ηθικό της. Πρόσεξε επίσης τον τρόπο με τον οποίο την παρηγορεί ο Κύριος λέγοντας «Η πίστη σου σε έχει σώσει». Και βέβαια, εάν την είχε οδηγήσει στο μέσο των παρευρισκομένων με σκοπό την επίδειξη, δε θα ήταν δυνατόν να προσθέσει τα λόγια αυτά. Αλλά μίλησε έτσι αφενός μεν για να οδηγήσει τον αρχισυνάγωγο στο να πιστέψει, αφετέρου δε και της γυναίκας την πίστη να διακηρύξει και ακόμη για να προσφέρει με τα λόγια αυτά σε αυτήν ευχαρίστηση και ωφέλεια όχι μικρότερη από την αποκατάσταση της σωματικής της υγείας.Το ότι λοιπόν θέλοντας εκείνη να δοξάσει έκανε αυτά και άλλους να διορθώσει και όχι τον εαυτό Του να δοξάσει, γίνεται ολοφάνερο από όλα όσα ελέχθησαν. Διότι ο Ίδιος βεβαίως και χωρίς αυτό το περιστατικό επρόκειτο εξίσου να είναι άξιος θαυμασμού (διότι τα θαύματά Του ήταν αφθονότερα από τις χιονονιφάδες και πολύ πιο μεγαλύτερα από αυτό και επετέλεσε και επρόκειτο να κάνει)· η γυναίκα όμως, αν δεν συνέβαινε αυτό, κατά πάσα πιθανότητα θα έφευγε απαρατήρητη και θα είχε στερηθεί τους μεγάλους αυτούς επαίνους. Και ακριβώς γι’αυτό την οδήγησε στο μέσο του πλήθους και διεκήρυξε την πίστη της και απέβαλε τον φόβο της (καθόσον, λέγει, τον πλησίασε τρέμοντας) και γέμισε την ψυχή της με θάρρος και μαζί με την υγεία του σώματος της έδωσε και άλλα εφόδια λέγοντάς της τα εξής: «Πήγαινε σε ειρήνη».
       Και όταν ήλθε ο Ιησούς στην οικία του άρχοντος και είδε εκείνους που έπαιζαν με τον αυλό, και το πλήθος να δημιουργεί με τον θρήνο του θόρυβο, λέει προς αυτούς· «Φύγετε από εδώ, διότι το κορίτσι δεν πέθανε, αλλά κοιμάται. Και εκείνοι Τον περιγελούσαν». Καλές ήταν οι αποδείξεις των αρχισυναγώγων, αφού μετά την έλευση του θανάτου οι αυλοί και τα κύμβαλα προκαλούσαν τον θρήνο. Τι έκανε, λοιπόν, ο Χριστός; Όλους τους άλλους τους έβγαλε έξω και μόνο τους γονείς πήρε μαζί Του, ώστε να μην υπάρχει περίπτωση να υποστηριχθεί ότι την θεράπευσε με άλλον τρόπο· και προτού την αναστήσει τους ενθαρρύνει με τα λόγια λέγοντας τα εξής: «Δεν πέθανε το κορίτσι αλλά κοιμάται». Και σε πολλές περιπτώσεις κάνει το ίδιο πράγμα. Όπως ακριβώς λοιπόν στην περίπτωση της τρικυμιώδους θάλασσας επιτιμά κατ’ αρχάς τους μαθητές, έτσι βεβαίως και στην περίπτωση αυτή αρχικά εκβάλλει τον φόβο από την σκέψη των παρευρισκομένων, δείχνοντάς τους συγχρόνως ότι είναι εύκολο πράγμα σε Αυτόν να αναστήσει τους νεκρούς(πράγμα βεβαίως που είχε κάνει και στην περίπτωση του Λαζάρου με τα εξής λόγια· «Ο Λάζαρος ο φίλος μας έχει κοιμηθεί») και συγχρόνως διδάσκει τους παρευρισκομένους ότι δεν πρέπει να φοβούνται τον θάνατο, διότι αυτός δεν είναι θάνατος, αλλά έχει μεταβληθεί πλέον σε ύπνο. Επειδή δηλαδή επρόκειτο και ο ίδιος ο Κύριος να πεθάνει, προετοιμάζει τους μαθητές Του με τις θαυματουργικές ενέργειές Του επί των σωμάτων των άλλων, να έχουν θάρρος και να αντιμετωπίζουν τον θάνατο με ηρεμία. Και πράγματι λοιπόν από την στιγμή που ο Κύριος ήλθε στον κόσμο και στο εξής, ο θάνατος κατάντησε να είναι ύπνος. Παρά ταύτα όμως Τον περιγελούσαν. Ο ίδιος όμως δεν αγανάκτησε που δε γινόταν πιστευτός για το θαύμα το οποίο επρόκειτο μετά από λίγο να επιτελέσει, ούτε τους επιτίμησε για το  γέλιο τους, για να γίνουν και το περιπαικτικό γέλιο τους και οι αυλοί και τα κύμβαλα και όλα τα άλλα γενικώς απόδειξη ότι πέθανε πραγματικά η κόρη.
   […]Αφού λοιπόν είδε τα κύμβαλα και τους όχλους τους έβγαλε όλους έξω και παρουσία των γονέων θαυματουργεί, εισάγοντας όχι άλλη ψυχή στο σώμα της νεκρής, αλλά επαναφέροντας αυτήν την ίδια που είχε εξέλθει και την ανασταίνει σαν ακριβώς να κοιμόταν. Πιάνει δε το χέρι της με σκοπό να καταστήσει σαφές ότι διατίθεται να την αναστήσει, ώστε να τους προετοιμάσει, βλέποντας αυτό, να πιστέψουν στην ανάσταση. Διότι ο μεν πατέρας της έλεγε, «Θέσε το χέρι σου επάνω της», ενώ Αυτός κάνει κάτι τι επιπλέον· διότι δεν θέτει το χέρι Του απλώς επάνω της, αλλά την ανασταίνει κρατώντας την από το χέρι, αποδεικνύοντας έτσι ότι όλα είναι δυνατά σε Αυτόν.Και δεν την ανασταίνει μόνο, αλλά και δίδει εντολή να της δώσουν να φάει, για να μη νομίσουν ότι αυτό που συνέβη ήταν δημιούργημα της φαντασίας. Και δεν της δίνει τροφή ο ίδιος, αλλά διατάσσει εκείνους να της δώσουν, όπως ακριβώς δηλαδή και στην περίπτωση του Λαζάρου όταν είπε, «Λύσατέ τον από τους νεκρικούς επιδέσμους που τον είχατε τυλίξει και αφήστε τον να πάει στο σπίτι» και στη συνέχεια κάθισαν και έφαγαν μαζί στο ίδιο τραπέζι. Καθόσον πάντοτε συνήθιζε και τα δύο να εφαρμόζει, αποδεικνύοντας κατά τρόπο απολύτως αναμφισβήτητο και τον θάνατο και την ανάσταση.
   Εσύ όμως, σε παρακαλώ, μην προσέχεις μόνο την ανάσταση, αλλά και το γεγονός ότι παρήγγειλε να μην αναγγείλουν το συμβάν σε κανένα. Και αυτό το δίδαγμα κατεξοχήν λάβε από όλα αυτά, την ταπεινοφροσύνη του Κυρίου και την αποφυγή της ματαιοδοξίας, και μαζί με αυτό πρόσεξε και εκείνο, ότι δηλαδή έβγαλε έξω από την οικία εκείνους που θρηνούσαν, αποδεικνύοντας έτσι ότι δεν ήσαν άξιοι να δουν ένα τέτοιο θαύμα. Και μην εξέλθεις μαζί με τους αυλητές, αλλά παράμεινε μαζί με τον Πέτρο και τον Ιωάννη και τον  Ιάκωβο. Διότι εάν τότε έβγαλε εκείνους έξω, πολύ περισσότερο θα το πράξει αυτό τώρα· επειδή τότε μεν δεν ήταν φανερό ακόμη ότι ο θάνατος είχε καταντήσει σε ύπνο, ενώ τώρα αυτό είναι πιο ολοφάνερο και από τον ίδιο τον ήλιο. Δε σου ανέστησε όμως τώρα την θυγατέρα σου; Αλλά οπωσδήποτε θα την αναστήσει και με μεγαλύτερη μάλιστα δόξα· διότι εκείνο μεν το κορίτσι αν και αναστήθηκε πέθανε και πάλι αφού γέρασε, ενώ το δικό σου όταν αναστηθεί θα παραμένει στο εξής αθάνατο.
    Κανένας λοιπόν ας μην οδύρεται, κι ας μη θρηνεί, κι ας μη δυσφημεί το κατόρθωμα του Χριστού. Γιατί ενίκησε τον θάνατο. Τι θρηνείς λοιπόν άδικα; Ο θάνατος μεταβλήθηκε σε ύπνο. Γιατί οδύρεσαι και κλαις; Έτσι, εάν το έκαναν αυτό οι ειδωλολάτρες, έπρεπε να τους περιγελάς. Όταν όμως διαπράττει τέτοιες ασχημίες  ο πιστός Χριστιανός, ποια δικαιολογία και ποια συγνώμη υπάρχει για μας στις τέτοιες ανοησίες μας και μάλιστα ύστερα και από τόσον καιρό, κι από τόσο ξεκάθαρη απόδειξη της αναστάσεως; Εσύ όμως σπεύδεις σαν να θέλεις να αυξήσεις το αμάρτημα, και μας φέρνεις ειδωλολάτρισσες γυναίκες για να θρηνήσουν αυξάνοντας κατ΄αυτόν τον τρόπο το πένθος και ζωηρεύοντας την φωτιά της καμίνου, χωρίς να ακούς τον Παύλο που λέγει : «Ποια συμφωνία μπορεί να υπάρξει μεταξύ του Χριστού  με τον Βελίαρ και ποιο κοινό μερίδιο ανάμεσα στον πιστό και στον άπιστο;»  Και τα παιδιά των ειδωλολατρών, που δεν έχουν καμιά γνώση για τη ανάσταση, βρίσκουν ωστόσο λόγους παρηγοριάς.  «Υπόμενε με γενναιότητα», λένε· «διότι δεν μπορείς να ακυρώσεις ό,τι έγινε, ούτε να το επανορθώσεις με τους θρήνους σου».  Εσύ όμως που ακούς πιο πνευματικούς και πιο ωφέλιμους λόγους, δεν ντρέπεσαι να προβαίνεις σε μεγαλύτερες απ’ αυτούς ασχημίες; Ούτε λέμε· ‘’Υπόμεινε με γενναιότητα, επειδή δεν  μπορούμε να ακυρώσουμε ό,τι έγινε’’. Αλλά «Υπόμεινε με γενναιότητα, γιατί θ’ αναστηθεί οπωσδήποτε».  Κοιμάται το παιδί, δεν πέθανε. Αναπαύεται, δε χάθηκε. Το περιμένει ανάσταση και παντοτινή ζωή και αθανασία και κατάσταση αγγελική.  Δεν ακούτε τον ψαλμό που λέει·  «Γύρισε, ψυχή μου, στην ανάπαυσή σου, γιατί ο Κύριος σε ευεργέτησε»; Ευεργεσία ονομάζει ο Θεός το πράγμα και συ θρηνείς;
    Και τι περισσότερο θα έκανες, αν ήσουν αντίπαλος κι εχθρός εκείνου που πέθανε; Αν πρέπει να θρηνεί κάποιος, πρέπει να θρηνεί ο διάβολος. Εκείνος ας θρηνεί και ας οδύρεται, γιατί ακολουθούμε την οδό που οδηγεί σε μεγαλύτερα αγαθά. Σ’ εκείνου την πονηρία αξίζει αυτός ο θρήνος, όχι σ’ εσένα που πρόκειται να λάβεις ως αμοιβή τον στέφανο και να αναπαυθείς, καθόσον ο θάνατος είναι λιμάνι γαλήνιο. Κοίταξε πόσα κακά γεμίζουν τη ζωή αυτή· τα πράγματα προχωρούν στο χειρότερο και απ’ την αρχή δεν ήταν μικρή η καταδίκη που έλαβες ως κληρονομιά από το προπατορικό αμάρτημα: «Με λύπες θα γεννάς τα παιδιά σου», λέει(Γεν.3,16)·  και «Με τον ιδρώτα του προσώπου σου θα φας το ψωμί σου»(Γεν.3,17)· και « Μέσα στον κόσμο θα δοκιμάσετε θλίψη»(Ιω. 16,33).Για την εκεί ζωή όμως τίποτα τέτοιο δεν έχει λεχθεί, αλλά εξ ολοκλήρου το αντίθετο · «Δεν υπάρχει εκεί ο πόνος, η λύπη κι ο στεναγμός»(Ησ. 35,10) και « Θα ‘ρθουν από την ανατολή και τη δύση και θ’ αναπαυθούν στους κόλπους του Αβραάμ και του Ισαάκ και του Ιακώβ»(Ματθ.8,11)·  ακόμα, « Η ζωή εκεί είναι παστάδα πνευματική και λαμπάδες φαιδρές και μετάσταση προς τον ουρανό».
   […] Με τέτοιες σκέψεις λοιπόν ας συγκρατούμαστε. Έτσι και τον νεκρό μας ευχαριστούμε και θα  λάβουμε τους επαίνους πολλών ανθρώπων και απ’ τον Θεό θα λάβουμε τους μεγάλους μισθούς της υπομονής και θα κερδίσουμε τα αιώνια  αγαθά. Αυτά  μακάρι να τα επιτύχουμε όλα με την χάρη και την φιλανθρωπία του Κυρίου μας Ιησού  Χριστού, στον οποίο ανήκει η δόξα και η δύναμη στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

ΠΗΓΕΣ
•    Βιβλιοθήκη των Ελλήνων, Άπαντα των αγίων Πατέρων, Ιωάννου Χρυσοστόμου έργα, τόμος 65, σελ 119-133
(https://drive.google.com/file/d/0ByZQkrKg4yKLVHVFMUh0ODd6QzA/view)

•    Ιερού Χρυσοστόμου έργα, Πατερικές εκδόσεις «Γρηγόριος ο Παλαμάς», ομιλία ΛΑ΄, τόμος 10, σελ. 337- 365 , Θεσσαλονίκη 1990,εκδ. οίκος Ελ. Μερετάκη «Το Βυζάντιον»